.

ΠΟΝΤΙΑΚΑΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

.

α (άτονο) το

.

αβάπτιστεσα αβάπτιστη

.

αβαράς χασομέρης

.

αβάσιμεσα αβάσιμη

.

άβαφεσα άβαφη

.

άβγαλτεσα άβγαλτη

.

άβολεσα άβολη

.

αβούτα τούτα

.

αβούτε τούτη

.

αβούτεν τούτην

.

αβούτο τούτο

.

αβουτοίν τούτοι

.

αβουτοίντς τούτους

.

αβούτον τούτον

.

αβούτος τούτος

.

αγαθέσα αγαθή

.

αγαπητικιέσα αγαπητικιά

.

άγγιχτεσα άγγιχτη

.

αγγούρ αγγούρι

.

αγγούραι αγγούρια

.

αγελώ θα γελάσω

.

αγέννητεσα αγέννητη

.

αγιάρ σέλα

.

αγίασμαν αγίασμα

.

αγιάτρευτεσα αγιάτρευτη

.

άγιεσα άγια

.

αγκαλέεις αγκαλιάζεις

.

αγκαλέζ αγκαλιάζει

.

αγκαλέζνε αγκαλιάζουν

.

αγκαλέζω αγκαλιάζω

.

αγκαλώ καταγγέλω

.

αγλήγορα βιαστικά

.

αγληγορεί βιάζεται

.

αγληγορείς βιάζεσαι

.

αγληγορούν βιάζονται

.

αγληγορώ βιάζομαι

.

αγνέσα αγνή, παράξενη

.

αγνόν αγνός

.

αγνός παράξενος

.

αγούρ αγόρι

.

αγούραι αγόρια

.

άγουρομ άντρας μου

.

άγουρον άντρας

.

αγουρόπα παιδάκια

.

αγουρόπον παιδάκι

.

Άγουστον Αύγουστος

.

άγριέσα άγρια

.

αγριόγατεσα αγριόγατη

.

άγριον άγριος

.

αγροκόσαρον αγριόκοτα

.

αγροτέρεμαν αγριοκοίταγμα

.

αγροτερίδ το σκιάχτρο

.

αγροτερώ αγριοκοιτάζω

.

αγρότες αγρότης

.

αγρούμαι αγριεύομαι, φοβάμαι

.

αγρούστ ανώρυμο

.

άγρυπνεσα άγρυπνη

.

αδά εδώ

.

αδά μερέαν προς αυτήν τη μεριά

.

αδάκα εδώ

.

αδακά εδώ πέρα

.

αδακές προς τα δω

.

αδερφέσα αδερφή

.

αδιάντροπεσα αδιάντροπη

.

αδιάφορεσα αδιάφορη

.

αδίς θα δώσεις

.

Αεργίτες Νοέμβριος

.

αετέσα αετή

.

αέτς έτσι

.

αζεμάτιστεσα αζεμάτιστη

.

αζευγάρωτεσα αζευγάρωτη

.

άζευτεσα άζευτη

.

αζήλευτεσα αζήλευτη

.

αηδόν αηδόνι

.

αηδόναι αηδόνια

.

αήκα τέτοια (ουδ.)

.

αήκον τέτοιο

.

αήκος τέτοιος

.

αήκσα τέτοια (θηλ.)

.

αθάνατεσα αθάνατη

.

άθαφτεσα άθαφτη

.

αθέατεσα αθέατη

.

άθεεσα άθεη

.

αθεόφοβεσα αθεόφοβη

.

αθεράπευτεσα αθεράπευτη

.

αθλητικιέσα αθλητική

.

άθλιεσα άθλια

.

αθόλωτεσα αθόλωτη

.

αθόρυβεσα αθόρυβη

.

άθραυστεσα άθραυστη

.

άθρεφτεσα άθρεφτη

.

αθώεσα αθώα

.

αίθριεσα αίθρια

.

αιμοδότεσα αιμοδότησα

.

αινιγματικιέσα αινιγματική

.

αιρετικιέσα αιρετική

.

αισθηματικιέσα αισθηματική

.

αισθητικιέσα αισθητικός

.

αισιόδοξεσα αισιόδοξη

.

αισχρέσα αισχρή

.

αίτιεσα αίτια

.

αιχμάλωτεσα αιχμάλωτη

.

ακάθαρτεσα ακάθαρτη

.

ακάθεκτεσα ακάθεκτη

.

άκακιεσα άκακη

.

ακάλεστεσα ακάλεστη

.

ακάλυπτεσα ακάλυπτη

.

ακαμάτεσα ακαμάτρα

.

ακαμάτς ακαμάτης

.

άκαπνεσα άκαπνη

.

άκαρδεσα άκαρδη

.

ακατάδεχτεσα ακατάδεχτη

.

ακέκα εκεί

.

ακεκά εκεί πέρα

.

ακίνδυνεσα ακίνδυνη

.

άκλαυτεσα άκλαυτη

.

άκλερα καημένα

.

άκλερε καημένε

.

άκλερεσα καημένη

.

άκλεροι καημένοι

.

άκλερον καημένος

.

άκληρεσα άκληρη

.

ακόλαστεσα ακόλαστη

.

ακονίεις ακονίζεις

.

ακονίζ ακονίζει

.

ακονίζνε ακονίζουν

.

ακονιστήρ ακονιστήρι

.

ακονώ ακονίζω

.

άκοπεσα άκοπη

.

ακριβέσα ακριβή

.

ακρογιάλ ακρογιάλι

.

άκσον άκουσε

.

άλας αλάτι

.

αλέγω θα πω

.

αλέει θα πει

.

αλέεις θα πεις

.

άλειμαν λίπος

.

αλένε θα πουν

.

αλέτρ αλέτρι

.

αλέτραι αλέτρια

.

αλεύρ αλεύρι

.

αλίζνε αλατίζουν

.

αλίζω αλατίζω

.

αλλ άλλοι

.

άλλεσα άλλη

.

αλληθωριζ αλληθωρίζει

.

αλλομίαν ξαφνικά, οπότε

.

αλλτς άλλους

.

αλυκέσα αλμυρή

.

αλυκόν αλμυρό

.

αλφάρ αλφάδι

.

αλών αλώνι

.

αλώναι αλώνια

.

Αλωνάρτς Αύγουστος

.

αμάν αμέσως, μεμιάς

.

άμαν όμως

.

άμον σαν, μόλις

.

αν επάνω

.

αν αφκά άνω κάτω

.

άναλεσα ανάλατη

.

άναλον ανάλατο

.

αναπάγουμαι αναπαύομαι

.

αναπάγουνταν αναπαύονται

.

ανασκάφνε βρίζουν

.

ανασκάφτω βρίζω

.

ανασπάλνε ξεχνούν

.

ανασπάλω ξεχνώ

.

αναχάπαρτα απότομα

.

ανεμικά ρευματισμοί

.

ανέντροπεσα αδιάντροπη

.

ανέντροπος αδιάντροπος

.

ανεψά ανεψιά

.

ανεψόν ανεψιός

.

ανθρωπίαν ανθρωπιά

.

άνιφτεσα άπλυτη

.

άνιφτος άπλυτος

.

ανκεκά πέρα κει

.

ανοιγάρ κλειδί

.

ανοίγνε ανοίγουν

.

ανοίγω ανοίγω

.

αντάμωμαν αντάμωμα

.

αντζήα πόδια, σκέλη

.

αντζήν πόδι, σκέλος

.

αντράλφος κουνιάδος

.

αντρίζνε παντρεύονται

.

αντρίζω παντρεύομαι

.

άντρισον παντρέψου

.

ανυπόμονεσα ανυπόμονη

.

αξινάρ τσεκούρι

.

αξινάραι τσεκούρια

.

άξον άκουσε

.

απαδά από εδώ

.

απαδάκα αποδώ

.

απαδακές αποδώ πέρα

.

απαδαμέρ επομένη, άλλη

.

απαδαπές αποδώ μέσα

.

απάν επάνω, άνω

.

απάνε θα πάνε

.

απάνιμ επάνω μου

.

απανκές επάνω επάνω

.

απαντήν πρωιπάντεμα

.

απάω θα πάω

.

απένα θα πήγαινα

.

απές μέσα

.

απίδ απίδι

.

απίδαι απίδια

.

απιδεβένω εγκαταλείπω

.

αποθαμέν αποθαμένοι

.

απόθεν από που

.

αποκαμούμαι παραλύω

.

αποκαρδίζω απογοητεύω

.

απομέν θα μείνει

.

αποπουρνά από αύριο

.

αποσκευαρίζω τακτοποιώ

.

αποτσοχαλίζω εξαθρώνω

.

αποφκά από κάτω

.

απόψ απόψε

.

απράνας προ ολίγου

.

Απρίλτς Απρίλης

.

άπροικεσα άπροικη

.

αρ έτσι, βεβαίως

.

αραέβμαν ψάξιμο

.

αραέβνε γυρεύουν, ψάχνουν

.

αραέβω γυρεύω, ψάχνω

.

αραθυμίαν νοσταλγία

.

αραθυμούνε νοσταλγούν

.

αραθυμώ νοσταλγώ

.

αραία αραιά

.

αραπάν κάρο

.

αρνίμ αρνί μου, καλή μου

.

αροψέ προ ημερών

.

αρπάζ αρπάζει

.

αρτούκ επιτέλους

.

αρύνω αραιώνω

.

άρχαλ μακάρι

.

αρχήνεψα άρχισα

.

αρχήνεψον άρχισε

.

αρωτούν θα ρωτήσουν

.

αρωτώ θα ρωτήσω

.

ας απ’ το, ας, από

.

ας εν ας είναι

.

ας παιρ ας πάρει

.

ασά απ’ τα

.

ασά τότε από τότε

.

ασάν απ’ τον

.

ασατόν απ’ αυτόν

.

ασή απ’ της

.

ασίρω θα τραβήξω

.

άσκεμεσα άσκημη

.

άσκεμον άσκημος

.

ασκόνα θα το σηκώσω

.

ασλήν αλήθεια

.

ασό απ’ το

.

ασπαλίζω κλειδώνω

.

άσπλαχνεσα άσπλαχνη

.

αστά στάσου

.

αστέρ αστέρι

.

αστός αδέσποτο ζώο

.

ασύρ άχυρο

.

ασύραι άχυρα

.

ατ (άτονο) του

.

άτα (άτονο) τα

.

ατά αυτά

.

ατέ αυτή

.

ατέν αυτήν

.

ατην (άτονο) της

.

άτιμεσα άτιμη

.

ατό αυτό

.

ατοίν αυτοί

.

ατον (άτονο) του

.

ατόν αυτόν

.

ατός αυτός

.

ατόσα τόσα

.

ατόσον τόσο

.

ατότε τότε

.

ατού! αυτού δα!

.

ατουκά μπροστά σου

.

ατουν (άτονο) τους (άτονο)

.

ατς (άτονο) της (άτονο)

.

ατσάλ ατσάλι

.

ατσάπαν άραγε

.

αυλάκ αυλάκι

.

αυλούκ ξυνόχορτο

.

αυλούκαι ξυνόχορτα

.

αφαιρέθα ξεχάστηκα

.

αφαιρέθαν ξεχάστηκαν

.

αφεντάνθρωπος αρχοντάνθρωπος

.

αφέρω θα φέρω

.

αφκά υπό, κάτω

.

αφορισμέντσα πανέξυπνη

.

αφουκρούμαι κρυφακούω

.

άφσα άφησέ το

.

άφσαμε άφησέ με

.

άφσατα άφησέ τα

.

άφσον άφησε

.

αφτάγα θα το κάνω

.

αφτάσα θα το κάνεις

.

αφτήνω θα ανάψω

.

αφώτιστεσα καταραμένη, έξυπνη

.

αφώτιστος καταραμένος, έξυπνος

.

αχάντ αγκάθι

.

αχάνται αγκάθια

.

άχαρα χαμένα, καημένα

.

άχαρον καημένος

.

αχλάδ αχλάδι

.

αχλάδαι αχλάδια

.

αχούλ μυαλό

.

αχούλαι μυαλά

.

αχουλούς μυαλομένος

.

αχπάγουμαι τρομάζω

.

αχπάνε ξεριζώνουν

.

αχπάνω ξεριζώνω

.

αχπαραγμένος τρομαγμένος

.

αχπαράζω τρομάζω άλλον

.

αχπαράουνταν τρομάζουν

.

αχπάσκουμαι ξεκινώ

.

αχπάσκουνταν ξεκινούν

.

αχταλέβνε σκάβουν

.

αχταλέβω σκάβω

.

αχτάλεμαν σκάψιμο

.

άψιμον φωτιά

.

αψίνε ανάβουν

.

αψίνμε με ανάβει

.

αψίνω ανάβω

.

αψίνω σε σε ανάβω

.

αψς άσε

.

Βαγγέλτς Βαγγέλης

.

βαδίζνε βαδίζουν

.

βαθέα βαθιά

.

βαρέα βαριά, συχνά

.

βαρέλαι βαρέλια

.

βαρκίζνε φωνάζουν δυνατά

.

βαρκίζω φωνάζω δυνατά

.

βασιλέας βασιλιάς

.

βελόναι βελόνια

.

βερεσμέντσα έγκυος

.

βέτρε κουβάς

.

βουδ βόδι

.

βούδαι βόδια

.

βούκα μπουκιά

.

βούρα χούφτα

.

βουρκέντ βουκέντρα

.

βούτορον βούτυρο

.

βουτούρτα βούτυρα

.

βράδαι βραδιά

.

βράδον βράδυ

.

βρακία σώβρακα

.

βρακίν σώβρακο

.

βράσα ανεμοβλογιά

.

βρασόλ βραχιόλι

.

βρασόλαι βραχιόλια

.

βραστάρ παπάρα

.

βρεσ βρέχει

.

βρεσή βροχή

.

βρούλα φλόγα

.

γαβάγ καβάκι

.

γαβάγα καβάκια

.

γαβάλ φλογέρα

.

γαβάλαι φλογέρες

.

γαβούν πεπόνι

.

γαβούναι πεπόνια

.

Γαβρήλτς Γαβριήλ

.

γαζανέβνε κερδίζουν

.

γαζανέβω κερδίζω

.

γαήμπ γερό

.

γαήμπαι γερά

.

γαϊδούρ γαϊδούρι

.

γαϊδούραι γαϊδούρια

.

γάλε - γάλε σιγά - σιγά

.

γάλε σιγά

.

γαλέχουλεν χλιαρό

.

γάμτα γάμοι

.

γαντάρ ζυγαριά

.

γαντάραι ζυγαριές

.

γαντουρέβνε ξεγελούν

.

γαντουρέβω ξεγελώ

.

γαρή γυναίκα

.

γαρήδες γυναίκες

.

γαρήμ γυναίκα μου

.

γαρήσ γυναίκα σου

.

γαρκά ταύροι

.

γαρκόν μπήκας

.

γαστρούμαι γαστρώνομαι

.

γεγουτέν ξανά

.

γειτόν γειτόνοι

.

γελαστέας γελαστός

.

γελέκον γιλέκο

.

γέλτα γέλια

.

γέλτον γέλιο

.

γενέα γενεά, γενιά

.

γενναίεσα γενναία

.

γερά πληγή

.

γεραλούν πληγωμένο

.

γήτεμαν μάτιασμα

.

για ή

.

γιαζία πεδιάδες

.

γιαζίν πεδιάδα

.

γιαμ μήπως

.

γιαμασκούλα καρδερίνα

.

γιαν γωνία, άκρη

.

Γιάννες Γιάννης

.

γιατρέσα γιατρίνα

.

γιναικίζνε παντρεύονται

.

γιόκσαμ αλλιώς

.

γιομ γιος μου

.

γιοργάν στρώμα

.

γιοργάναι στρώματα

.

γιοσμάς όμορφος

.

γιοσμάσα όμορφη

.

γιοφύρ γεφύρι

.

Γιωρίκας Γιώργος

.

γλιάζνε γλιστρούν

.

γλιάζω γλιστρώ

.

γλουπίζω ξεφλουδίζω

.

γλυκέα γλυκά

.

γλυκοχαράζ γλυκοχαράζει

.

γλύνω λειώνω

.

γνεφίζνε ξυπνούν

.

γνεφίζω ξυπνώ

.

γογγύζω βογγάω

.

γομού όρμα

.

γομώνε γεμίζουν

.

γομώνω γεμίζω

.

γομώνω σε σε γεμίζω

.

γονεικά γονείς

.

γονουσέβνε συζητούν

.

γονουσέβω συζητώ

.

γουβίν πηγάδι

.

γουζέβνε θυμώνουν

.

γουζέβω θυμώνω

.

γουζεμένος θυμωμένος

.

γουζεμέντσα θυμωμένη

.

γούλα λαιμός

.

γουλόπονον διφθερίτιδα

.

γουρούν γουρούνι

.

γουρούναι γουρούνια

.

γουρπάν να σε χαρώ

.

γουρταλάβνε πειράζουν

.

γουρταλάβω πειράζω

.

γουταρέβνε γλιτώνουν

.

γουταρέβω γλιτώνω

.

γραγρού καταχνιά

.

γραία γριά

.

γραιάδες γριές

.

γραμματισμέν γραμματισμένοι

.

γραμματισμέντσα γραμματισμένη

.

γρασέβω προσπαθώ

.

γράσκουμαι παλιώνω

.

γραφτ γράφει

.

γρίναι γρίνια

.

γριντζίλαι ούλα

.

γυναικαδέλφη κουνιάδα

.

γυναικίζω παντρεύομαι

.

δαβαίνε προσπερνούν

.

δαβαίνω προσπερνώ

.

δαβρία βέργες

.

δαβρίν βέργα

.

δάκνε δαγκώνουν

.

δακόσαι διακόσια

.

δακρ δάκρυ

.

δάκραι δάκρυα

.

δάκσον δάγκωσε

.

δάκω δαγκώνω

.

δέβα πήγαινε

.

δεβάζνε διαβάζουν

.

δεβάζω διαβάζω

.

δέβασμαν πέρασμα, διάβασμα

.

δέβολον διάβολος

.

δεκαέξ δεκάξι

.

δεκνίζνε δείχνουν

.

δεκνίζω δείχνω

.

δεκνίζω σε σε δείχνω

.

δελέγουμαι μπερδεύομαι

.

δελέγουνταν μπερδεύονται

.

δεξάμενον νουνός

.

δεξαμέντσα νουνά

.

δεξιματέα βαφτιστικιά

.

δεσκάλ δάσκαλοι

.

δεσκάλτσα δασκάλα

.

δέσον δέσε

.

δέσονατον δέστον

.

δεσπότς δεσπότης

.

δι και παιρ δίνει και παίρνει

.

δίγω δίνω

.

δίγωσε σε δίνω

.

δικέλ τσάπα

.

δίνε δίνουν

.

διπλανέσα διπλανή

.

δουκάλ καπίστρι

.

δουλ δούλοι

.

δουλτς δούλους

.

δυ δύο

.

δύο ημπς δυόμισι

.

δύσα δύση, τέλος

.

δύσκολεσα δύσκολη

.

δωσ δώσε

.

δώσμε δώσε μου

.

εβγάλνε βγάζουν

.

εβγάλω βγάζω

.

εβγνώνε βγαίνουν

.

εβγώνε βγαίνουν

.

εβγώνω βγαίνω

.

έβζηνα έσβηνα

.

έβζηναν έσβηναν

.

έβρα βρήκα

.

έβρα σε σε βρήκα

.

εβράδινεν βράδιασε

.

έβραν βρήκαν

.

εβρίκνε βρίσκουν

.

εβρίκω σε σε βρίσκω

.

εβρίουμαι βρίσκομαι

.

εβρίουνταν βρίσκονται

.

εβρίσκω βρίσκω

.

εβώρα σκιά, δροσιά

.

εγαντούρεψα ξεγέλασα

.

εγαντούρεψαν ξεγέλασαν

.

εγάπανα αγαπούσα

.

εγάπαναν αγαπούσαν

.

εγάπεσα αγάπησα

.

εγάπεσαν αγάπησαν

.

εγέλανα γελούσα

.

εγεννέθα γεννήθηκα

.

εγεννέθαν γεννήθηκαν

.

έγκα έφερα

.

έγκαν έφεραν

.

εγλίαξα γλίστρισα

.

εγλίαξαν γλίστρισαν

.

εγνάψα κατάλαβα

.

εγνάψαν κατάλαβαν

.

εγνέφσα ξύπνισα

.

εγνέφσαν ξύπνησαν

.

εγνώρτσα γνώρισα

.

εγνώρτσαν γνώρισαν

.

εγόμωσα γέμισα

.

εγόμωσά σε σε γέμισα

.

εγόμωσαν γέμισαν

.

εγούζεψα θύμωσα

.

εγούζεψαν θύμωσαν

.

εγουρέφτα κάθησα

.

εγουρέφταν κάθησαν

.

εγουταρέφτα γλίτωσα

.

εγουταρέφταν γλίτωσαν

.

εγουτουρέφτα καλοκάθησα

.

εγουτούρεψα κάνω τρέλες

.

εγροίκανα καταλάβαινα

.

εγροίκαναν καταλάβαιναν

.

εγροικούν καταλαβαίνουν

.

εγροικώ καταλαβαίνω

.

εγροίξα κατάλαβα

.

εγροίξαν κατάλαβαν

.

εδέβα πέρασα

.

εδέβαν πέρασαν

.

εδέβασα διάβασα, μπατίρησα

.

εδέβεν πλαν προσπέρασε

.

εδέκα έδωσα

.

εδέκαν έδωσαν

.

εδέκνιζα έδειχνα

.

εδέκνισα έδειξα

.

εδώκα έδωσα

.

εδώρτσα δώρισα

.

εδώρτσαν δώρισαν

.

εζαλίγα ζαλίστηκα

.

εζαλίγαν ζαλίστηκαν

.

εζάντινα τρελάθηκα

.

εζάντιναν τρελάθηκαν

.

έζηνα ζούσα

.

εζόρτσα ζόρισα

.

εζόρτσαν ζόρισαν

.

εζύαξα ζύγισα

.

εζύαξαν ζύγισαν

.

εθάρνα νόμιζα

.

εθάρναν νόμιζαν

.

εθαρρούν νομίζουν

.

εθαρρώ νομίζω

.

εθάφταν θάφτικαν

.

εθέλνα ήθελα

.

εθέλναν ήθελαν

.

εθυμέθα θυμήθηκα

.

εθυμέθαν θυμήθηκαν

.

είδασε σε είδα

.

εις ένα

.

εκάγα κάηκα

.

εκάγαν κάηκαν

.

εκαλατίγαν αμάρτησαν

.

εκαλοκάτσα καλοκάθησα

.

εκαλοκάτσαν καλοκάθησαν

.

εκαλωσόρτσα καλωσόρισα

.

εκαλωσόρτσαν καλωσόρισαν

.

εκατίβα κατέβηκα

.

εκατίβαν κατέβηκαν

.

εκατίβασα κατέβασα

.

εκατίβασαν κατέβασαν

.

εκάτσα κάθησα

.

εκάτσαν κάθησαν

.

εκειαπές εκεί μέσα

.

εκείν εκείνοι

.

εκείνε εκείνη

.

εκέκα εκεί

.

εκεπά εκεί πέρα

.

εκές προς τα κει

.

εκλείσταν κλειδώθηκαν

.

εκλίστα κλειδώθηκα

.

εκλόστα γύρισα

.

εκλόσταν γύρισαν

.

εκξίγα χύθηκα

.

εκξίγαν χύθηκαν

.

εκοιμέθα κοιμήθηκα

.

εκοιμέθαν κοιμήθηκαν

.

εκόλτσα κόλλησα

.

εκόλτσαν κόλλησαν

.

εκόμπωσα ξεγέλασα

.

εκόμπωσά σε σε ξεγέλασα

.

εκόμπωσαν ξεγέλασαν

.

εκορδιλέγα μπερδεύτηκα

.

εκορδιλέγαν μπερδεύτηκαν

.

εκοτιλέφτα αδυνάτησα

.

εκοτιλέφταν αδυνάτησαν

.

εκουβάλνα κουβαλούσα

.

εκούζνα φώναζα

.

εκούζναν φώναζαν

.

εκούντενα έσπρωχνα

.

εκούντεσα έσπρωξα

.

εκούντεσαν έσπρωξαν

.

εκούξα φώναξα

.

εκούξαν φώναξαν

.

εκούρτεσα κατάπια

.

εκουφάθα κουφάθηκα

.

εκουφάθαν κουφάθηκαν

.

έκσα έχυσα

.

έκσαν έχυσαν

.

έκσεν α το άκουσε

.

ελάγκεβαν πηδούσαν

.

ελάγκεψα πήδησα

.

ελάγκεψαν πήδησαν

.

ελάηζα κουνούσα

.

ελάηζαν κουνούσαν

.

ελάλεσα κάλεσα

.

έλαμνα όργωνα

.

έλαμναν όργωναν

.

ελαρώθα γιατρεύτηκα

.

ελαρώθαν γιατρεύτηκαν

.

ελάρωνα γιάτρευα

.

ελάρωναν γιάτρευαν

.

ελάστα γύρισα

.

ελάσταν γύρισαν

.

ελάχμαξα κατακουράστηκα

.

ελάχμαξαν κατακουράστηκαν

.

έλεα έλεγα

.

ελέγκεβα πηδούσα

.

έλεπα έβλεπα

.

έλεπαν έβλεπαν

.

ελέπνε βλέπουν

.

ελέπω βλέπω

.

ελίβωσεν μαύρισε ο ουρανός

.

ελλάγα άλλαξα

.

ελλάγαν άλλαξαν

.

εμέν εμένα

.

εμέτσα μέθυσα

.

εμέτσαν μέθυσαν

.

έμνα έμεινα, περίμενα

.

έμναν έμειναν, περίμεναν

.

έμνε ήμουνα

.

έμνες ήμασταν

.

έμνοστεσα νόστιμη

.

έμνοστος νόστιμος

.

έμπα μπες

.

εμπαίνω μπαίνω

.

εμπονέστε νηστεία

.

έμπρα μπροστά

.

εμπροσθέλα σαλιαρίστρα

.

εμπροστά μπροστά

.

έν είναι

.

ενάμπς ενάμισι

.

ενανξάη λιγάκι

.

ενεβράχτα βράχηκα

.

ενεβράχταν βράχηκαν

.

ενεγκάστα κουράστηκα

.

ενεγκάσταν κουράστηκαν

.

ενεπάγα ξεκουράστηκα

.

ενεπάγαν ξεκουράστηκαν

.

ενέσπαλα ξέχασα

.

ενέσπαλαν ξέχασαν

.

ενέφσα έσβησα

.

ενέφσαν έσβησαν

.

ενίφτα πλύθηκα

.

ενίφταν πλύθηκαν

.

ένιψα έπλυνα

.

ένιψαν έπλυναν

.

ένοιξα άνοιξα

.

ένοιξαν άνοιξαν

.

ένουμνε έγινα

.

ενούνιζα σκεφτόμουν

.

ενούνιζαν σκέφτοταν

.

ενούντσα σκέφτηκα

.

ενούντσαν σκέφτηκαν

.

εντάμαν μαζί

.

έντερον άντερο

.

εντόκα χτύπησα, έδειρα

.

εντόκαν χτύπησαν, έδειραν

.

έντον έγινε

.

εντούνα χτυπούσα

.

εντούναν χτυπούσαν

.

ενύχτωσα νύχτωσα

.

ενύχτωσαν νύχτωσαν

.

έξ έξι

.

εξ έξω

.

έξα άκουσα

.

έξαν άκουσαν

.

εξασφαλίζ εξασφαλίζει

.

εξέβα βγήκα

.

εξέβαν βγήκαν

.

εξέγκα έβγαλα

.

εξέγκα σε σε έβγαλα

.

εξέγκαν έβγαλαν

.

έξερα ήξερα

.

έξεραν ήξεραν

.

εξεραχώβα ξεκαρδίστηκα

.

εξεραχώθαν ξεκαρδίστηκαν

.

έξεργος γιορτή, αργία

.

εξέρνε ξέρουν

.

εξέρω ξέρω

.

εξόν εκτός

.

έξυπνεσα έξυπνη

.

εορτάζ γιορτάζει

.

έπα ήπια

.

επαλαλόθα τα έχασα

.

επαλαλώθα τρελάθηκα

.

έπαν ήπιαν

.

έπαρ πάρε

.

έπαρ και δος πάρε και δώσε

.

επαρακάλνα παρακαλούσα

.

επαρακάλναν παρακαλούσαν          

.

επαρεδέβα προσπέρασα, παραωρίμασα

.

επαρεδέβεν προσπέρασε, παραωρίμασε

.

επάρθα πάρθηκα

.

επάρθαν πάρθηκαν

.

επαρλάεβα έλαμπα

.

επαρλάεβαν έλαμπαν

.

επάτνα πατούσα

.

επάτναν πατούσαν

.

επεβγάλω ξεπληρώνω

.

επεδέβεν προσπέρασε

.

έπεη αρκετά, κάμποσο

.

επεκεί αποκεί,κατόπιν

.

επεκή μετά, ύστερα

.

επελέστα έμεινα

.

επελέσταν έμειναν

.

επέμνα έμεινα

.

επέμναν έμειναν

.

επένα πήγαινα

.

επέναν πήγαιναν

.

επενούντσα ξανασκέφτηκα

.

επενούντσαν ξανασκέφτηκαν

.

επέρα πήρα

.

επετσιλτέφτα κατουρήθηκα

.

επετσιλτέφταν κατουρήθηκαν

.

επήγα πήγα

.

επήγαν πήγαν

.

επήνα έκαμα

.

επήναν έκαμαν

.

επίασα έπιασα

.

επιάστα πιάστηκα

.

επιδέβα έδυσα, βασίλεψα

.

επιδέβαν έδυσαν, βασίλεψαν

.

επίκα έκανα

.

επίκαν έκαναν

.

επόνα πονούσα

.

επόναν πονούσαν

.

επόρνα μπορούσα

.

επόρναν μπορούσαν

.

επορούν μπορούν

.

επορπάτεσαν περπάτησαν

.

επορτάτεσα περπάτησα

.

επορώ μπορώ

.

επουγαλέφτα βαρέθηκα

.

επουγαλέφτα σε σε βαρέθηκα

.

επουγαλέφταν βαρέθηκαν

.

επούλτσα πούλησα

.

επούλτσαν πούλησαν

.

επούρνιξα πέταξα

.

επούρνιξαν πέταξαν

.

επουσμάνεψα μετάνιωσα

.

επουσμένεψαν μετάνιωσαν

.

εράεβα γύρευα

.

εράεβα σε σε γύρευα

.

εράεβαν γύρευαν

.

εράεβες γύρευες

.

εράεψα έψαξα

.

εράεψαν έψαξαν

.

εράεψεν έψαξε

.

έργατα έργα

.

έργεψα άργησα

.

έργεψαν άργησαν

.

ερέζνε φυλάνε

.

ερέζω φυλάω

.

ερεθύμεσα νοστάλγησα

.

ερεθύμεσαν νοστάλγησαν

.

ερέσκουμαι νοστιμεύομαι

.

έρημεσα έρημη

.

έρθα ήρθα

.

έρθαν ήρθαν

.

έρθεσαι έρχεσαι

.

ερία πρόσεξε

.

ερίαζα φύλαγα

.

ερίαζαν φύλαγαν

.

εριάζνε φυλάνε

.

εριάζω φυλάω

.

ερίαμαν σκοπιά

.

ερίαξα φύλαξα

.

ερίαξαν φύλαξαν

.

ερίγασα κρύωσα

.

ερίγασαν κρύωσαν

.

έρουξα ή ερούζα έπεσα

.

έρουξαν ή ερούξαν έπεσαν

.

έρται έρχεται

.

έρταν έρχονται

.

ερχίνεσα άρχισα

.

ερχίνεσαν άρχισαν

.

ερχίνεψα άρχισα

.

έρχουμαι έρχομαι

.

ερώτανα ρωτούσα

.

ερώταναν ρωτούσαν

.

ερωτέθα ρωτήθηκα

.

ερωτέθαν ρωτήθηκαν

.

ερώτεσα ρώτησα

.

ερώτεσαν ρώτησαν

.

ερωτούν ρωτούν

.

ερωτώ ρωτώ

.

εσ έχει

.

έσαν ήταν

.

εσάρεβα κολλούσα

.

εσάρεβαν κολούσαν

.

εσάρεψα κόλλησα

.

εσάρεψαν κόλλησαν

.

εσάσεψα τάχασα

.

εσάσεψαν τάχασαν

.

εσβήγα έσβησα

.

εσβήεν έσβησε

.

εσέβα μπήκα

.

εσέβαν μπήκαν

.

εσέγκα έβαλα

.

εσέγκαν έβαλαν

.

εσέν εσένα

.

εσέρεβα μάζευα

.

εσέρεβαν μάζευαν

.

εσερεύταν μαζεύτηκαν

.

εσερέφτα μαζεύτηκα

.

εσέρεψα μάζεψα

.

εσέρεψαν μάζεψαν

.

εσκώθα σηκώθηκα

.

εσκώθαν σηκώθηκαν

.

έσνε ήσουν

.

εσουμαδεύτα αρραβωνιάστηκα

.

εσουμαδεύταν αρραβωνιάστηκαν

.

εσόχρεψες τα μούσκεψες

.

εστάθα στάθηκα

.

εστάθαν στάθηκαν

.

εσταμάτσα σταμάτησα

.

εσταμάτσαν σταμάτησαν

.

έστουνε είσαστε

.

εσυναντέθα συναντήθηκα

.

εσυναντέθαν συναντήθηκαν

.

έσυρα τράβηξα

.

έσυραν τράβηξαν

.

ετάβιζα μάλωνα

.

ετέρεσα κοίταξα

.

ετέρεσαν κοίταξαν

.

ετέρνα κοιτούσα

.

ετέρναν κοιτούσαν

.

ετην (άτονο) την

.

ετικλέφτα στάθηκα

.

έτον ήταν

.

ετοπλάβνα μάζευα

.

ετοπλάβναν μάζευαν

.

ετοπλάεψα μάζεψα

.

ετοπλάεψαν μάζεψαν

.

ετοπλάφτα μαζεύτηκα

.

ετοπλάφταν μαζεύτηκαν

.

ετόχτωσα μωλώπισα

.

ετόχτωσαν μωλώπισαν

.

ετράνινα μεγάλωσα

.

ετράνιναν μεγάλωσαν

.

ετσάηξα φώναξα

.

ετσάηξαν φώναξαν

.

ετσάκωσα έσπασα

.

ετσάκωσαν έσπασαν

.

ετσάμωσα έκλεισα

.

ετσάμωσαν έκλεισαν

.

ετσατσαλίγα ξεγυμνώθηκα

.

ετσατσαλίεν ξεγυμνώθηκε

.

ετσέρτσα ξέσχισα

.

ετσέρτσαν ξέσχισαν

.

ετσίλτεβα κατουρούσα

.

ετσίλτεψα κατούρησα

.

ετσίλτεψαν κατούρησαν

.

ετσορκάνιζα έσερνα

.

ετσορκάνιζαν έσερναν

.

ετσούπωσα έκλεισα

.

ετσουρούκεψα σάπισα

.

ετσουρούκεψεν σάπισε

.

εύκαιρεσα άδεια

.

εύκαιρος άδειος

.

ευκαιρώνε αδειάζουν

.

ευκαιρώνω αδειάζω

.

ευκαίρωσα άδειασα

.

έφαες έφαγες

.

εφάζνα τάισα

.

εφάζναν τάιζαν

.

εφάνθα φάνηκα

.

εφάνθαν φάνηκαν

.

εφέκα άφησα

.

εφέκα σε σε άφησα

.

εφέκαν άφησαν

.

εφέρνα έφερνα

.

εφήνα άφηνα

.

εφήναν άφηναν

.

εφιλέθα φιλήθηκα

.

εφιλέθαν φιλήθηκαν

.

εφίλεσα φίλησα

.

εφίλεσαν φίλησαν

.

εφουρκίγα πνίγηκα

.

εφουρκίγαν πνίγηκαν

.

εφουρλάεψα πέταξα

.

εφουρλάεψαν πέταξαν

.

εφούρξα έπνιξα

.

εφούρξαν έπνιξαν

.

εφτάνε κάνουν, φθάνουν

.

εφτάνω φθάνω

.

εφτάω κάνω

.

εχάθα χάθηκα

.

εχάθαν χάθηκαν

.

εχαλάγα χάλασα

.

εχαλάγαν χάλασαν

.

εχαντηλίαζα γαργάλεβα

.

εχαντηλίαζαν γαργάλεβαν

.

εχάρα χάρηκα

.

εχάραν χάρηκαν

.

εχάρτσα χάρισα

.

εχάρτσαν χάρισαν

.

εχάσα έχασα

.

εχάσαν έχασαν

.

εχασμουρέθα χασμουρήθηκα

.

εχασμουρέθαν χασμουρήθηκαν

.

εχολέστα θύμωσα

.

εχολέσταν θύμωσαν

.

εχολώθα θύμωσα

.

εχολώθαν θύμωσαν

.

εχουλέθα ζεστάθηκα

.

εχουλέθαν ζεστάθηκαν

.

εχουλίανα ζέστανα

.

εχουλίαναν ζέσταναν

.

εχπαράγα τρόμαξα

.

εχπαράεν τρόμαξε

.

έχπασα ξερίζωσα

.

έχπασαν ξερίζωσαν

.

εχπάστα ξεκίνησα

.

εχπάσταν ξεκίνησαν

.

εχτάλεβα έσκαβα

.

εχτάλεβαν έσκαβαν

.

εχτάλεψα έσκαψα

.

εχτάλεψαν έσκαψαν

.

έψα άναψα

.

εψαλάφεσα ζήτησα

.

εψαλάφεσαν ζήτησαν

.

έψαν άναψαν

.

εψόφεσα ψόφησα

.

εψόφεσαν ψόφησαν

.

εψώντσα ψώνισα

.

εψώντσαν ψώνισαν

.

ζα ζώα

.

ζαγάρ ζαγάρι

.

ζαλίγουμαι ζαλίζομαι

.

ζαλίγουνταν ζαλίζονται

.

ζαντέ τρελέ

.

ζάντενα τρελή

.

ζαντέσα τρελή

.

ζαντίας τρέλες

.

ζαντίνω τρελαίνομαι

.

ζαντός τρελός

.

ζαρ ζάρι      

.

ζάραι ζάρια

.

ζαρκάδ ζαρκάδι

.

ζαρκάδαι ζαρκάδια

.

ζαρογούλτς στραβολαίμης

.

ζαρομύτς στραβομύτης

.

ζατί μα

.

ζεβλία σιδερόβεργες ζυγού

.

ζεβλίν σιδερόβεργα ζυγού

.

ζεμία ζημιά

.

ζεμπίλ ζεμπίλι

.

ζέστε ζέστη

.

ζηνίσ χάντρα

.

ζηνίσαι χάντρες

.

ζήσον ζήσε

.

ζιζάν ζιζάνι

.

ζίπκας ποντιακή αντρική φορεσιά

.

ζορ ζόρι, δυσκολία

.

ζουμάρ ζυμάρι

.

ζουμπούλ ζουμπούλι

.

ζουμώνε ζυμώνουν

.

ζουμώνω ζυμώνω

.

ζουρνά κλαρίνο

.

ζουρνάδας κλαρίνα

.

ζωγρόν υγρό

.

ζωνάρ ζωνάρι

.

ζωνάραι ζωνάρια

.

ζώσκουμαι ζώνομαι

.

ήασα άγιασα

.

ηβόρρα αύρα

.

ηβόρριζα λίχνιζα

.

ηβορρίζω λιχνίζω

.

ηβορρίουμαι λιχνίζομαι

.

ηβόρτσα λίχνισα

.

ηβωρίζνε λιχνίζουν

.

ηβωρίζω λιχνίζω

.

ηβώρισμαν λίχνισμα

.

ηγαπώ αγαπώ

.

ήγκα έφερα

.

ηγκορέα κόρη ματιού

.

ήλαζα γάβγιζα

.

ήλαζαν γάβγιζαν

.

ηλάζνε γαβγίζουν

.

ηλάζω γαβγίζω

.

ηλαίνομαι παθαίνω ηλίαση

.

ήλαξα γάβγισα

.

ήλαξαν γάβγισαν

.

ήλαξον γάβγισε

.

ηλάσκουμαι ηλιάζομαι

.

ηλάστα ηλιάστηκα

.

ηλείφ σαπουνήστρα

.

ήλεμ ήλιε μου

.

ηλέπαρμαν ανατολή ηλίου

.

ηλέπορος προσήλιος

.

ήλες ήλιος

.

ηλεφωταταγμένος ηλιοφώτιστος

.

ηλιάσκουμαι λιάζομαι

.

ηλίασμαν ήλιασμα

.

ηλικιασμέμνος ηλικιωμένος

.

ηλικίουμαι ηλικιώνομαι

.

ηλικιώθα ηλικιώθηκα

.

ηλικρόσκεται στριφογυρίζει

.

ηλικρόσκουμαι στριφογυρίζω

.

ηλικρόσκουνταν στριφογυρίζουν

.

ηλικρόστα στριφογύρισα

.

ηλικρόσταν τριγύρισαν

.

ηλικρώθα το γυρίζω

.

ηλοβασίλεμαν ηλιοβασίλεμα

.

ηλοκαμένος ηλιοκαμένος

.

ήλον ήλιος

.

ηλοξάψιμον λιοπύρι

.

ηλοχάραγμαν ανατολή ήλιου

.

ημέρεμαν ημέρευση

.

ημερεύ ημερώνει

.

ημερκόν μεροκάματο

.

ημερομίστιν ημερομίσθιο

.

ημερούμαι εξημερώνομαι

.

ημερούνταν εξημερώνονται

.

ημερώθα ξημερώθηκα

.

ημέρωμα ξημέρωμα

.

ημέρωσα ημέρεψα

.

ήμπαν οπουδήποτε

.

ήμποι όποιοι

.

ήμποιεσα όποια

.

ήμποιος όποιος

.

ημσά - ημψά μισά - μισά

.

ημψά μισά

.

ημψόν μισό

.

ημψός μισός

.

ήνταν οτιδήποτε, ότι

.

ήντιαν ότι

.

ήντιν όποιοι

.

ήντιναν όποιον, όποια

.

ήντινος όποιου

.

ήπαρη συκώτι, ήπαρ

.

ησύχαση ησυχία

.

ησυχασία ησυχία

.

ήσυχεσα ήσυχη

.

ησυχίζω ησυχάζω

.

ητεύω δελεάζω

.

ηύρα βρήκα

.

ηυρήκω βρίσκω

.

ήψα άναψα

.

θα χάμαι θα χαθώ

.

θα χάμες θα χαθούμε

.

θα χάνταν θα χαθούν

.

θα χάσαι θα χαθείς

.

θαβάρα εφιάλτης

.

θαγατέρα θυγατέρα

.

θαγματούρι θαύμα

.

θαλαμίδιν μικρό διαχώρισμα

.

θαλασσάκρα ακρογιαλιά

.

θαλασσέα θαλάσσια αύρα

.

θαλασσομάνα μέδουσα, τσούχτρα

.

θαλασσοπούλ θαλασσοπούλι

.

θαλάσσωμα τρικυμία

.

θαλύνω βγάζω βλαστούς

.

θάμα θαύμα

.

θάμαγμαν θαυμασμός

.

θαμάζω θαυμάζω

.

θάμαν θαύμα

.

θαμαντουρία μεγάλο θαύμα

.

θάμασμαν θαυμασμός

.

θαμαστέσα θαυμαστή, παράξενη

.

θαμαστός θαυμαστός, παράξενος

.

θαμνίν θάμνος

.

θαμπούρωμαν θάμπωμα

.

θαμπουρώνω θαμπώνομαι

.

θανατέα ετοιμοθάνατος

.

θανατίτα πικρόχορτο

.

θανέσα μνημόσυνο

.

θανή θάνατος, κηδεία

.

θαραπεύομαι θεραπεύομαι

.

θαραπίδες υπηρέτριες

.

θάρρεμαν ελπίδα

.

θαρρεύκουμαι έχω θάρρος

.

θαρρικά ελπίδες

.

θαρρώ νομίζω

.

Θαφάνης Θεοφάνης

.

θάφκουμαι θάβομαι, ενταφιάζομαι

.

θαφτ θάψου

.

θάφτω θάβω, ενταφιάζω

.

Θαχάρης Θεοχάρης

.

θάψον θάψε

.

θέ(γ)α χωρίς, δίχως

.

θεγατέρα θυγατέρα

.

Θεγός Θεοχάρης, Θεός

.

θέιατρον θέατρο, θέαμα

.

θειίτζα θείτσα

.

θείον θείος

.

θέκα φώκια

.

θεκάρ θήκη μαχαιριού

.

θεκάριν θήκη μαχαιριού

.

θέκλα κουτσομπόλα

.

θεκλέας αστείος, χαϊδεμένος

.

θεκλεία χάιδεμα

.

θεκλεύκουμαι αστειεύομαι, κουτσομπολεύω

.

θεκλού αστεία, χαϊδεμένη

.

θέκω τοποθετώ, βάλλω

.

θελ θέλει

.

θελακώνω κουμπώνω, θηλιάζω

.

θέλαμαν θέλημα, επιθυμία

.

θελείναιμον θέληση

.

θελέκ κουμπότρυπα, θηλιά

.

θελέκα κουμπότρυπα, βρόχος, θηλιά

.

θελεκιάζω κάνω κουμπότρυπες

.

θελεκώνω θηλιάζω

.

θελέσα εκούσια, μάταια

.

θελεσινά θεληματικά, άδικα

.

θελκέσσα θηλυκιά

.

θελκός θηλυκός

.

θέλμαν θέλημα

.

θελματάρτς πεισματάρης

.

θέλνε θέλουν

.

θελός θολός

.

θέλσιμον θέληση, βούληση

.

θελτς θέλεις

.

θελύκ κουμπότρυπα

.

θελύκα κουμπότρυπα, θηλιά

.

θελυκός θηλυκός

.

θελυκώνω κουμπώνω

.

θελώνω θολώνω

.

θέμαν μέρος χωραφιού

.

θεμέλ θεμέλιο

.

θεμελία ράφια

.

θεμέλιν θεμέλιο

.

θεμελίον ράφι

.

θεμελώνω θεμελιώνω

.

θέμπερα προς τα εδώ

.

θεμών θημωνιά

.

θεμωνόπον μικροθημωνιά

.

θενά θέλει να

.

θέξιμον τοποθέτηση

.

θεογνωσία καλή διαγωγή

.

θεοξύριστος σπανός

.

θεοπάλαλος θεότρελος

.

θεοτικά ενάρετα, με φόβο Θεού

.

θεοτικέσσα θεοφοβούμενη

.

θεοτικοί θεοφοβούμενοι

.

θεοτικός θεοσεβής, αγαθός

.

θεού άφοον αθεόφοβος

.

θεοφοβία θεοσέβεια

.

θεόφοβος θεοφοβούμενος, ευλαβής

.

θεόφτωχος πάμπτωχος

.

θέπεκας τσακάλι

.

θεπέλ μεγάλος αετός

.

θεπέσα μαϊμουδίτσα

.

θερακώνω εξαγριώνομαι, οργίζομαι

.

θεραπεύκομαι θεραπεύομαι

.

θεραπίδες ουλές σώματος

.

θεραπός θεραπευτής, υπηρέτης

.

θερίγομαι θερίζομαι

.

θερίεσα άγρια

.

θεριεύω εξαγριώνομαι  

.

θερίον θηρίο

.

θερίος άγριος, θηριώδης

.

θέρισμαν θέρισμα

.

θεριώνω εξαγριώνομαι

.

θερμασέα θερμότητα

.

θέρμε πυρετός, θέρμη

.

Θερμός Ιούλης, Ιούλιος

.

θερμωτέσσα ζεστούτσικη

.

θερμωτός ζεστούτσικος

.

θερνός θερινός

.

θέρος καλοκαίρι, θερισμός

.

θέρτσον θέρισε

.

θέσα σκόρος (έντομο)

.

θεσοκομμένον σκοροφαγωμένο

.

θεσοκόφτω σκοροφαγώνω

.

Θεφίλτς Θεόφιλος

.

Θεφύλαχτος Θεοφύλαχτος

.

θεωνάς άθεος, άπιστος

.

θεωρητικέσσα παρουσιαστική

.

θεωρητικός παρουσιαστικός

.

θεωσφόρος εωσφόρος

.

θήκω τοποθετώ, βάλλω

.

θηλύκ κουμπότρυπα

.

θηλύκα κουμπότρυπα, βρόχος

.

θηλυκάζω κάνω κουμπότρυπες

.

θηλυκώνω κουμπώνω

.

θημίζω χορεύω τραγουδώντας

.

θημιστόν ειδικός γαμήλιος χορός

.

θίγα χωρίς, δίχως

.

θίγως χωρίς

.

θίχα χωρίς

.

θίχως δίχως

.

θλιβερακά λυπητερά, θλιβερά

.

θλιβερακός θλιβερός

.

θλίβομαι λυπάμαι

.

θόγαλαν ανθόγαλα

.

θογαλίζω χωρίζω το ανθόγαλο

.

θογαλότανον αριάνι

.

Θοδόις Θεοδόσιος

.

Θοδοσία Θεοδοσία

.

θοδωρέσα δώρα

.

θοδωρίζω πολυνηστεύω

.

θόλα σταχτόνερο

.

θολέσσα θολή

.

θόλιν θόλος, καμάρα

.

θολομαχώ θυμώνω, στεναχωριέμαι

.

θολούμαι θολώνομαι

.

θόλωμαν θόλωμα

.

θομάρ θυμάρι

.

θομαρέα μυρωδιά θυμαριού

.

θομαρόστυπα τουρσί από θυμάρι

.

θονάρα θημωνιά

.

θονός θημωνιά

.

Θος Θεός

.

θουμούλ ψίχουλο

.

Θουμούλα Ευθυμία

.

θουμούλαι ψίχουλα

.

θουρμουλάζω θρυμματίζω

.

θουρμουλίζω θρυμματίζω

.

θρακάλ καρβουνόφτυαρο

.

θρακάριν καρβουνόφτυαρο

.

θράκωμαν αναμμένα κάρβουνα

.

θρακώνω ανάβω, πυρώνομαι

.

θρακωτός πυρακτωμένος

.

θρασκέας δυτικός άνεμος

.

θράσκεμαν πλημμύρα

.

θρασκεύω πλημμυρώ

.

θρέβω τρέφω

.

θρέμμαν ανάθρεμμα

.

θρέφκομαι τρέφομαι

.

θρέφτω τρέφω

.

θρέφω τρέφω

.

θρονάουμαι ενθρονίζομαι

.

θρουμούλ ψίχουλο

.

θρουμουλάζω θρυμματίζω

.

θρουμουλίζω θρυμματίζω

.

θρουμούλιν ψίχουλο

.

θροφή τροφή

.

θρύβω κομματιάζω

.

θρύμμαν ψίχουλο

.

θρυμμούλ ψίχουλο

.

θρυμμουλίζω κάνω ψίχουλα

.

θρύμπος θρούμπη (φυτό)

.

θρύφτω κομματιάζω

.

θρύψιμον κομμάτιασμα

.

θυγατερίτζα κορούλα

.

θυλάκ ασκός

.

θυλλόπιτες πίτες τηγανιτές

.

θυμάζω θυμιάζω, λιβανίζω

.

θυμαντόν θυμιατό

.

θύμαρη θυμάρι

.

θύμεψη ενθύμηση

.

θυμητικόν μνημονικό

.

Θυμία Ευθυμία

.

θυμίαμαν θυμίαμα, λιβάνι

.

θυμιαματέα μυρουδιά θυμιάματος

.

θυμιαντόν λιβανιστήρι

.

θυμίζω λέω τα κάλαντα

.

θυμίωμαν θυμίαμα, λιβάνι

.

θύμπιρον θυμάρι

.

θυμώτες οξύθυμος, ευέξαπτος

.

θυμώτης θυμώδης, οξύθυμος

.

θύριν πόρτα

.

θύφτω θύβω 

.

θύψιμον παπάρα

.

θώπεκας τσακάλι

.

θώπεκες τσακάλια

.

θωρακωτό θωρηκτό

.

θωρέα θωριά

.

θώρετρα δώρα γαμπρού

.

θωρώ βλέπω, παρατηρώ

.

ιβόρα αέρας

.

ιβορίζνε λιχνίζουν

.

ιβορίζω λιχνίζω

.

ιβορίζω λιχνίζω, αερίζω

.

ιβόρισμαν λίχνισμα

.

ιγδί γουδί, όλμος

.

ιγέβω ταιριάζω

.

ιγνάζω λιπαίνω

.

ιδάναιμο όραση

.

ιδεί όψη, μορφή

.

ιδέτσω βλέπω

.

ίδιεσα ίδια

.

ιδικός δικός

.

ιδροκαμάτιν με ιδρώτα

.

ιδροκοπώ ιδρώνω

.

ίδρος ιδρώτας 

.

ιδροφτείρα ψείρα από ιδρώτα

.

ιδρωματέα μυρωδιά ιδρώτα

.

ιδρωτήρα ιδρωτίλα

.

ίεμαν ταίριασμα

.

ιεύω ταιριάζω

.

ίεψα ταίριασα

.

ίζεμα επίπλευση

.

ίζευα επίπλεα

.

ιζεύω επιπλέω

.

ίζεψα επίπλευσα

.

ιή γη

.

ιθακίασα μεγάλωσα

.

ικανέσα ικανή

.

ικανώ μπορώ

.

ίλα προπαντός, ιδίως

.

ιλαζούμ αναγκαίο

.

ιλαζούμαινα αναγκαία

.

ιλαζούμς αναγκαίος

.

ίλασμα οίκτος, ευσπλαχνία

.

ιλειόν λείο

.

ιλειός λείος

.

ίλεμ εύχομαι, μακάρι

.

ίλερη ιλαρά

.

ιλιαεύω ψηλαφώ

.

ιλίκ μεδούλι

.

ιλικρόσκουμαι στριφογυρίζω

.

ιλιώ λυπάμαι

.

ίλλα προπαντός, εξάπαντος

.

ιλλιάεψον χάιδεψε

.

ίλλιαμ προπαντός

.

ιλοιφάζω αλείφω

.

ιλοίφη αλοιφή

.

ιλός λείος

.

ιμ (άτονο) μου (άτονο)

.

ιμ μου

.

ιμζά υπογραφή

.

ιμζάδας υπογραφές

.

ιμζαλαέβω υπογράφω

.

ίμμονα με κανένα τρόπο

.

ιμνύζω ορκίζομαι

.

ιμνώ ορκίζομαι

.

ίμπειρος  έμπειρος, επιτήδειος

.

ιμπιστός αξιόπιστος, έμπιστος

.

ιμπρίκ δοχείο νερού

.

ιμπρίκιν δοχείο νερού

.

ιμπρίχ μπρίκι

.

ιμπροϊστός προύχοντας

.

ιμσά μισά

.

ινάζω λιπαίνω

.

ίναν έναν

.

ινάνεμα πίστη

.

ινάνευα πίστευα

.

ινανεύω καταλαβαίνω, πιστεύω

.

ινάνεψα πίστεψα

.

ινανμάζ αμετάπειστο

.

ινανμάζαινα αμετάπειστη

.

ινανμάης αμετάπειστος

.

ινάνωση εμπιστοσύνη

.

ινάτ πείσμα

.

ινάταινα πεισματάρα

.

ινάτιν πείσμα

.

ινατινά πεισματικά

.

ινάτς πεισματάρης

.

ινέσκουμαι γίνομαι

.

ίνομαι γίνομαι

.

ίνουμαι γίνομαι

.

ινσάνια κοινωνία

.

ινσαφσούζ σκληρόκαρδο, άπονο

.

ίντανε γίνονται

.

ιντέρ άντερο

.

ιντζίρ σύκο

.

ιντζίρα σύκα

.

ίντιαν οτιδήποτε, όποιον

.

ίντσαν όποιος

.

ινώνω χυλώνω

.

ίνωσα χύλωσα

.

ιξός ξόβεργα

.

ίος πύον

.

ιπέκ μετάξι

.

ιπουρκό καρπός, οπωρικό

.

ιπώρα οπωρικά

.

ιπωρκό οπωρικό

.

ιραχάτα ήσυχα, φρόνιμα

.

ίρδος ιδρώτας

.

ίρδωνα ίδρωνα

.

ιρδώνω ιδρώνω

.

ίρδωσα ίδρωσα

.

ιριάζω αραιώνω, ξεδιαλύνω

.

ις (άτονο) σου (άτονο)

.

ισ’ πιφ

.

ίσα ίσια

.

ισάγουμαι ισιώνομαι

.

ίσαζα ίσιωνα, συγύριζα

.

ισάζω ισιώνω, συγυρίζω

.

Ισάκς Ισαάκ

.

Ίσαυρον Ίσαυρος

.

ίσεσσα ίσια

.

ισκά σκιά

.

ισκιάδες σκιές

.

ισκιάζω σκιάζω

.

ισκιζάραινα επιτήδεια, δραστήρια

.

ισκιζάρς δραστήριος

.

ισκυρά κούπα

.

ισλίκ σώβρακο

.

ισμάρ νεύμα, νόημα

.

ισμίλ κέρδος

.

ισμίλα κέρδος

.

ισοδρομία ομαλός δρόμος

.

ισόμαλα ομαλά, ίσια

.

ισόμαλος ομαλός

.

ίσος ίσιος

.

ισούλιαν σιωπηρά

.

Ίσπανον Ισπανός

.

ιστά στάσου

.

ιστάρ αργαλειός

.

ιστάριν αργαλειός

.

ίστε ενώ, όπως

.

ιστέ ιδού, να

.

ιστορίζω αφηγούμαι, διηγούμαι

.

ισώνω ισιώνω

.

Ίταλον Ιταλός

.

ιταράζω ενώνω, συνάπτω

.

ιτέα ιτιά

.

ίτενον ο τάδε

.

ιφαλός ομφαλός

.

ιφτάρ φτυάρι

.

ιφταρέα φτυαριά

.

ιφτιρά συκοφαντία

.

ίχι πω-πω

.

ιχνάρ ίχνος, αποτύπωμα

.

ιχνάρα ίχνη

.

ιχναρεύω απομακρύνομαι

.

ιχνάριν αποτύπωμα

.

ιχπάλ τύχη

.

κ’ είμαι δεν είμαι

.

κ’ είναι δεν είναι (αυτοί)

.

κα κάτω

.

καγάν δρεπάνι

.

καγάναι δρεπάνια

.

κάγουμαι καίγομαι

.

κάγουνταν καίγονται

.

καζάν καζάνι

.

κάθαν κάθε

.

καθέστε καθήστε

.

καθκά κάτσε

.

κάθκα κάτσε

.

καΐκ καΐκι

.

κάκαλα αρχίδια

.

κακανίζνε κακαρίζουν

.

κακανίζω κακαρίζω

.

κακέσα κακιά

.

κακούργεσα κακούργα

.

καλάθ καλάθι

.

καλάθαι καλάθια

.

καλαθόπον καλαθάκι

.

καλάμ καλάμι

.

καλάμαι καλάμια

.

καλαμάρ καλαμάρι

.

καλαμάραι καλαμάρια

.

Καλαντάρτς Γενάρης

.

καλάτσεβα μιλούσα

.

καλάτσεβαν μιλούσαν

.

καλατσέβνε μιλάνε

.

καλατσέβω μιλάω

.

καλάτσεμαν μίλημα

.

καλατσεμένα μιλημένα

.

καλάτσεψα μίλησα

.

καλάτσεψαν μίλησαν

.

καλατσήν ομιλία

.

καλατσίας ομιλίες

.

καλέμ, καλέμι καλέ μου

.

καλέσα καλή

.

καλκέβω καβαλικεύω

.

καλλίον πιο καλό

.

καλλύνω θεραπεύομαι

.

καλογραία καλογριά

.

καλόμ καλός μου

.

καλομάνα γιαγιά

.

Καλομηνάς Μάης

.

καλούπ καλούπι 

.

καλούπαι καλούπια

.

καλόχρονεσα καλόχρονη

.

καλόψητεσα καλόψητη

.

καλύβ καλύβι

.

καλύβαι καλύβια

.

καματερέσα δουλευτάρα

.

καματερός δουλευτάρης

.

καμίν καμίνι

.

καμίναι καμίνια

.

καμίς πουκόμισο

.

καμίσαι πουκάμισα

.

καμπούρ καμπούροι

.

καμπούρτς καμπούρης

.

κανάλ κανάλι          

.

κανάλαι κανάλια

.

κανάν κανέναν

.

καναρίν καναρίνι

.

καναρίναι καναρίνια

.

κανείνταν φθάνουν

.

κανείται φθάνει

.

καντήλ καντήλι

.

καντήλαι καντήλια

.

κάουμαι καίγομαι

.

καπίκ καπίκι

.

καπίκαι καπίκια

.

καπίστρ καπίστρι

.

καράβ καράβι

.

καράβαι καράβια

.

καραβάν καραβάνι

.

καρβόν κάρβουνο

.

καρβόναι κάρβουνα

.

καρδία καρδιά

.

καρδίας καρδιές

.

καρναβάλ καρναβάλι

.

καρτέρ καρτέρι

.

καρτόφ πατάτα

.

καρτόφαι πατάτες

.

καρφία καρφιά

.

καρφίν καρφί           

.

κασκάρα καρακάξα

.

κασμίρ κασμίρι

.

κατ κάτι

.

κάτα γάτα

.

καταΐφ καταΐφι

.

κατακάθ κατακάθι

.

καταμάγια πατσαβούρα φούρνου

.

κατάρτ κατάρτι

.

κατάρται κατάρτια

.

κατενίζνε ξεπλύνουν

.

κατενίζω ξεπλύνω

.

κατενόν καθαρό

.

κάτον γάτος

.

κατουρτζήδες μουλαράδες

.

κατράμ κατράμι

.

κατράμαι κατράμια

.

κατρόν κατρόνι

.

κατρόναι κατρόνια

.

κατσαβίδ κατσαβίδι

.

κατσία πρόσωπα

.

κατσίν πρόσωπο

.

κατωφύρ κατώφλι

.

κατωφύραι κατώφλια

.

καφούλ θάμνος

.

καφούλαι θάμνοι

.

κεβεζέας πολυλογάς

.

κεβεζελεύνε μιλάνε πολύ

.

κεβεζελεύω μιλάω πολύ

.

κεβεζού πολυλογού

.

κεκά κοντά

.

κελεπούρ κελεπούρι

.

κελεπούραι κελεπούρια

.

κελπετήν τανάλια

.

κελπετία τανάλιες

.

κεμεντζέ ποντιακή λύρα

.

κεπήν κήπος

.

κεραμίδ κεραμίδι

.

κεραμίδαι κεραμίδια

.

κεράσ κεράσι

.

κεράσαι κεράσια

.

Κερασουνός Ιούνης

.

Κερεκή Κυριακή

.

κερεντή κόσα

.

κερία κεριά

.

κερίν κερί

.

κερκέλ κουλούρι

.

κερκέλαι κουλούρια

.

κεφ κέφι

.

κέφαι κέφια

.

κεφαλοτύρ κεφαλοτύρι

.

κεχριμπάρ κεχριμπάρι

.

κηφάλ κεφάλι

.

κηφάλαι κεφάλια

.

κηφαλόποδα πατσάς

.

κηφαλόπονον κεφαλόπονος

.

κι δεν

.

κι ανασπάλω δεν ξεχνώ

.

κι εν δεν είναι (αυτός,-ή,-ό)

.

κι’ έχνε δεν έχουν

.

κι’ έχω δεν έχω

.

κιαλ κιάλι

.

κιάλαι κιάλια

.

κιλίμ κιλίμι

.

κιλίμαι κιλίμια

.

κιντέατα τσουκνίδες

.

κιντίν απόγευμα

.

κλαδευτήρ κλαδευτήρι

.

κλαδευτήραι κλαδευτήρια

.

κλαστέας κλανιάρης

.

κλεφτ κλέφτης

.

κλέφτες κλέφτης

.

κλίσκουμαι σκύβω

.

κλίσκουνταν σκύβουν

.

κλώθνε αναποδογυρίζουν

.

κλώθω αναποδογυρίζω

.

κλώσιμον γύρισμα

.

κλώσκουμαι γυρίζω

.

κλώσκουνταν γυρίζουν

.

κλωστός κρυφοχριστιανός

.

κνέσκουμαι ξύνομαι

.

κνέσκουνταν ξύνονται

.

κξύνε χύνουν

.

κξύνω χύνω

.

κξύσον χύσε

.

κοήζω βήχω

.

κοιλία κοιλιά

.

κοιμηστέας κοιμήστρας

.

κοιμού κοιμήσου

.

κοκία σιτάρια

.

κοκίν σιτάρι

.

κοκκίμελα κορόμηλα

.

κοκκίμελον κορόμηλο

.

κοκούλ κουκούλι

.

κολατίζω αμαρτάνω

.

κόλτσον κόλλησε

.

κομέσ βουβάλι

.

κομέσαι βουβάλια

.

κομματέζνε κομματιάζουν

.

κομματέζω κομματιάζω

.

κόμπωμαν ξεγέλασμα

.

κομπώνε ξεγελούν

.

κομπώνω ξεγελώ

.

κονμπία κουμπιά

.

κοντέσα κοντή

.

κόπρον κοπριά

.

κόρασον κορίτσι

.

κόρδας χορδές

.

κορδίλ κόμπος

.

κορδίλαι κόμποι

.

κορδιλέγουνταν μπερδεύονται

.

κορδιλέουμαι μπερδεύομαι

.

κορίτσ κορίτσι

.

κορίτσαι κορίτσια

.

κορτσόπον κοριτσάκι

.

κοσάρα κότα

.

κοσού κλώσα

.

κοτάν αλέτρι

.

κοτς φτέρνα

.

κότσαι φτέρνες

.

κοτσίζνε κουτσαίνουν

.

κοτσίζω κουτσαίνω

.

κοτύλα σβέρκος

.

κοτυλέβνε αδυνατούν

.

κοτυλέβω αδυνατάω

.

κοτυλεμένος αδύνατος

.

κοτυλεμέντσα αδύνατη

.

κουβανέφκουμαι εμπιστεύομαι

.

κουβανέφκουνταν εμπιστεύονται

.

κουήζνε φωνάζουν

.

κουήζω φωνάζω

.

κουκούτς κουκούτσι

.

κουμούλ σωρός

.

κουμούλαι σωροί

.

κουμπάρτσα κουμπάρα

.

κουμπίν κουμπί

.

κουνία κούνιες

.

κουνίζνε κουνάν

.

κουνίζω κουνώ

.

κουνίν κούνια

.

κουνούπ κουνούπι

.

κουνούπαι κουνούπια

.

κουνουπίδ κουνουπίδι

.

κούντα σπρώξε

.

κούντεμαν σπρώξιμο

.

κουντούν σπρώχνουν

.

Κούντουρον Φλεβάρης

.

κουντώ σπρώχνω

.

κούξον φώναξε

.

κουρέλ κουρέλι

.

κουρία κούτσουρα

.

κουρίν κούτσουρο

.

κουρίναι κούτσουρα

.

κουρτούν καταπίνουν

.

κουρτώ καταπίνω

.

κουσούρ κουσούρι

.

κουστ σβόλος από χώμα

.

κούσται σβόλοι από χώμα

.

κουστούμ κουστούμι

.

κουτούνα κοτσάνι καλαμποκιού

.

κουτούνας κοτσάνια καλαμποκιού

.

κουτσέσα κουτσή

.

κουτσή θυγατέρα

.

κουτσήμ θυγατέρα μου

.

κοφτά κοντινά

.

κοχλίδ σαλιγκάρι

.

κοχλίδαι σαλιγκάρια

.

κρασία κρασιά

.

κρατεμονή συγκράτηση

.

κρεβάτ κρεβάτι

.

κρεβάται κρεβάτια

.

κρεμμύδ κρεμμύδι

.

κρεμμύδαι κρεμμύδια

.

κριάρ κριάρι

.

κριάραι κριάρια

.

κρούγω δέρνω, χτυπώ

.

κρουθάρ κριθάρι

.

κρούνε δέρνουν, χτυπούν

.

κσίουμαι χύνομαι

.

κσίουνταν χύνονται

.

κυνήγ κυνήγι

.

κυπαρίσσ κυπαρίσσι

.

κωθών κωθώνι

.

Κωστίκας Κώστας

.

Κώτσον Κώστας

.

λαβάσ λαγάνα

.

λαβάσαι λαγάνες

.

λαγκάδ λαγκάδι

.

λαγκάδαι λαγκάδια

.

λαγκέβνε πηδούν

.

λαγκέβω πηδώ

.

λάγκεμαν πήδημα

.

λαδ λάδι

.

λάδαι λάδια

.

λαζούδ καλαμπόκι

.

λαζούδαι καλαμπόκια

.

λαήζνε κουνάνε

.

λαήζω κουνώ

.

λαήν στάμνα

.

λαήσκουμαι κουνιέμαι

.

λαήσκουνταν κουνιούνται

.

λαηστέρα τραμπάλα

.

λάλα παλαβή           

.

λαλασέβω καλοπιάνω

.

λαλασία ομιλία

.

λαλίαν λαλιά, φωνή

.

λάλος παλαβός

.

λαλώ προσκαλώ

.

λάμνε οργώνουν

.

λάμνω οργώνω

.

Λαμπρή Πάσχα

.

λάμψιμον όργωμα

.

λανάρ λανάρι          

.

λαρούμαι γιατρεύομαι

.

λαρούνταν γιατρεύονται

.

λαρώνε γιατρεύουν

.

λαρώνω γιατρεύω

.

λαρώνωσε σε γιατρεύω

.

λασ είθε, εύχομαι

.

λασίον τριγύρισμα

.

λάσκουμαι τριγυρνώ

.

λάσκουνταν τριγυρνάνε

.

λαταρίγουμαι κουνιέμαι

.

λαταρίγουνταν κουνιούνται

.

λαχμάζνε λαχανιάζουν

.

λαχμάζω λαχανιάζω

.

λάχταν κλωτσιά

.

λάχτας κλωτσιές

.

λαχτίζνε κλωτσούν

.

λαχτίζω κλωτσώ

.

λέατην της λέει

.

λέατον του λέει

.

λεβόρ πικροδάφνη

.

λεβόραι πικροδάφνες

.

λεγνέσα αδύνατη

.

λεγνός αδύνατος

.

λέεισας ή λέει σας σας λέει

.

λείβ σύννεφο

.

λείβαι σύννεφα

.

λειβών σκοτεινιάζει

.

λειβώνω σκοτεινιάζω

.

λελέβατον να τον χαρώ

.

λελέβνε να χαρούν

.

λελέβσ ε να σε χαρεί

.

λελέβω να χαρώ

.

λελέβω σε να σε χαρώ

.

λέλεκον πελαργός

.

λεμόν λεμόνι

.

λέν α το λένε

.

λένεμας ή λένε μας μας λένε

.

λένεμε μου λένε

.

λένεσας ή λένε σας σας λένε

.

λεντς πόδι

.

λέντσαι πόδια

.

λεοντάρ λεοντάρι

.

λεοντάραι λεοντάρια

.

λέσμε ή λες με μου λες

.

λεφτοκάρ φουντούκι

.

λεφτοκάραι φουντούκια

.

λέω λέγω

.

λέωσας ή λέω σας σας λέω

.

ληθινέσα αληθινή

.

λιβάδ λιβάδι

.

λιβάν λιβάνι

.

λιγούμαι λιγώνομαι

.

λιγούνταν λιγώνονται

.

λιθάρ πέτρα

.

λιθάραι πέτρες

.

λιθαρόπα πετρίτσες

.

λιλίν πέος

.

λιμάν λιμάνι

.

λιμάναι λιμάνια

.

λινάρ λινάρι

.

Λισάφ Ελισάβετ

.

λιφτέσα ελαφρόμυαλη

.

λιφτός ελαφρόμυαλος

.

λογαρέζνε λογαριάζουν

.

λογαρέζω λογαριάζω

.

λογαρία λογαριασμός

.

λόμαν ρούχο

.

λόματα ρούχα

.

λουσμέντσα λουσμένη

.

λοχούσα λεχώνα

.

λυγερέσα λυγερή

.

λυκοπάππος προπάππος

.

λυριτσής λυράρης

.

λυχνάρ λυχνάρι

.

λυχνάραι λυχνάρια

.

μ’ έεις μην έχεις

.

μα (άτονο) μου το

.

μάγλα μάγουλα

.

μαγληγορείς μη βιάζεσαι

.

μάγλον μάγουλο     

.

μαδέρ μαδέρι

.

μαδέραι μαδέρια

.

μάησα μάγισα

.

μάθεμαν μάθημα

.

μαθεμέντσα μαθημένη

.

μακαρίναν ποντιακό μακαρόνι

.

μακέλ αξίνη

.

μακέλαι αξίναι

.

μακρά μακριά

.

μακρίνε ψηλώνουν

.

μακρίνω ψηλώνω

.

μακροσέρτς μακροχέρης

.

μαλάζνε πιάνουν

.

μαλάζω πιάνω

.

μαλλία μαλλιά

.

μανάβς μανάβης

.

μανάρ μανάρι

.

μάνατ μάνα του

.

μανέα καρβουνόσκονη

.

μανίκ μανίκι

.

Μανόλτς Μανόλης

.

μαντζάνας μελιτζάνες

.

μαντζιρίζνε δεν νηστεύουν

.

μαντζιρίζω δεν νηστεύω

.

μαντήλ μαντήλι

.

μαντήλαι μαντήλια

.

μαντσάνα μελιτζάνα

.

μαξιλάρ μαξιλάρι

.

μαράζ μαράζι

.

μαργαριτάρ μαργαριτάρι

.

μαροκούμαι αναμασώ

.

μαροκούνταν αναμασούν

.

μαρούλ μαρούλι

.

μαρούλαι μαρούλια

.

Μάρτς Μάρτιος

.

μασ δεν μιλά τα πεθερικά η νύφη

.

μασαίρ μαχαίρι

.

μασαίραι μαχαίρια

.

μασκαραλίκ μασκαραλίκι

.

μασοτέραι τραπεζίτες (δόντια)

.

μασούρ μασούρι

.

μαστάρ μαστάρι

.

μαστάραι μαστάρια

.

μασχαρέβνε αστειεύονται

.

μασχαρέβω αστειεύομαι

.

μασχαρείας αστεία

.

μασχαρεφτά στ’ αστεία

.

μάσχος για πλάκα

.

μαχανά πρόφαση

.

με (άτονο) με

.

μεδέντα καλόγεροι (αρρώστια)

.

μεζ μοιάζει

.

μεθύσ μεθύσι

.

μεθυστέας μπεκρής

.

μελ μέλι

.

μελανούρ μελανούρι

.

μελεσσίδ μέλισσα

.

μελεσσίδαι μέλισσες

.

μένεμαν μήνυμα

.

μενέματα μηνύματα

.

μενούν παραγγέλνουν

.

μενώ παραγγέλνω

.

μερ που, που;

.

μεροδούλ μεροδούλι

.

μεσοστράτ μισός δρόμος

.

μετάξ μετάξι

.

μέτρεμαν μέτρημα

.

μιζέτερα μεγαλύτερη

.

μιζέτερος μεγαλύτερος

.

μικρέσα μικρή

.

μιλέτ λαός

.

μοθοπώρ φθινόπωρο

.

μολύβ μολύβι

.

μολύβαι μολύβια

.

μομότς κουκουνάρα

.

μομότσαι κουκουνάρες

.

μονάζω φιλοξενώ

.

μοναστήρ μοναστήρι

.

μοναστήραι μοναστήρια

.

μοναχοπαίδ μοναχοπαίδι

.

μοναχοπαίδαι μοναχοπαίδια

.

μονοπάτ μονοπάτι

.

μονοπάται μονοπάτια

.

μορ μούρο

.

μόραι μούρα

.

μουατσήρτς μουσαφίρης

.

μουλάρ μουλάρι

.

μουλάραι μουλάρια

.

μουμουδάκ φράουλα

.

μουν (άτονο) μας (άτονο)

.

μουσκάρ μοσχάρι

.

μουσκάραι μοσχάρια

.

μουσκίδ μουσκίδι

.

μούστα γροθιά

.

μούστας γροθιές

.

μούτσα λειχήνα

.

μουχατσήρ πρόσφυγας

.

μπαλόν μπαλόνι

.

μπαλόναι μπαλόνια

.

μπαστούν μπαστούνι

.

μπαστούναι μπαστούνια

.

μπίκας ταύρος

.

μπορτς βοδινό βραστό

.

μπουζ μπούζι

.

μπουρνούζ μπουρνούζι

.

μύα μύγα

.

μυξέας μυξιάρης

.

μυξέσα μυξιάρα

.

Μυρίκα Μυροφόρα

.

μυρμήκ μυρμήγκι

.

μυρωδίας μυρωδιές

.

μωμωέραι καρναβάλια

.

ναηλή αλλοίμονο

.

νασάν χαρά

.

Νάστα Αναστασία

.

νατ (άτονο) του (άτονο)

.

νατουν (άτονο) τους (άτονο)

.

νατς (άτονο) της (άτονο)

.

νε ούτε

.

νε ούτε

.

νεάζω ξανανιώνω

.

νεβζίνω σβήνω

.

νεγκάζω κουράζω

.

νεγκασίαν κούραση

.

νεγκάσκουμαι κουράζομαι

.

νεγκάσκουνταν κουράζονται

.

νεγκασμένος κουρασμένος

.

νεγκασμέντσα κουρασμένη

.

νέησα νέα, ύστερα

.

νέησα τέλος πάντων

.

νεοχρονίαν νέον έτος

.

νέπε βρε συ

.

νερέσκουμαι αηδιάζω

.

νεροβράσα ανεμοβλογιά

.

νεσβύγα έσβησα

.

νεσπάλνε ξεχνούν

.

νεσπάλω ξεχνώ

.

νέτση βρε συ

.

νεφτ νέφτι

.

νεχούτ ρεβύθι

.

νεχούται ρεβύθια

.

νηστικιέσα νηστική

.

Νικόλας Νίκος

.

νισαλούς μνηστήρας

.

νισαλούσα μνηστή

.

νίφκουμαι πλένομαι

.

νίφκουνταν πλένονται

.

νίφνε πλένουν

.

νίφτω πλένω

.

νοικοκύρτς νοικοκύρης

.

νόμα δος μου

.

νομάτ νομάτοι (άτομα)

.

νόστιμεσα νόστιμη

.

νουνίζνε σκέπτονται

.

νουνίζω σκέπτομαι

.

νούντσον σκέψου

.

νουσάκα κοτούλα

.

ντ’ εφτάνε τι κάνουν

.

ντέφτας τι κάνεις

.

ντο τι

.

ντο σιλεγός τι λογής

.

ντος χτύπα

.

ντόσιμον χτύπημα

.

ντοχτούμαι χτυπιέμαι

.

νυσ νύχι

.

νύσαι νύχια

.

νυστέρ νυστέρι

.

νυστέραι νυστέρια

.

νυφάδες νύφες

.

νύφε νύφη

.

νύφεσα νύφη

.

νυφόπαρμαν πάρσιμο νύφης

.

νυχόπον νυχάκι

.

νυχτέρ νυχτέρι

.

νυχτέραι νυχτέρια

.

νυχτοπούλ νυχτοπούλι

.

νυχτοπούλαι νυχτοπούλια

.

ξάη καθόλου

.

ξαμώνε συγκρίνουν

.

ξαμώνω συγκρίνω  

.

ξαν ξανά, πάλι

.

ξάφτω ανάβω

.

ξενιτέας ξενιτευμένος

.

ξενιτία ξενιτιά

.

ξεφτέρ ξεφτέρι

.

ξουράφ ξυράφι

.

ξουράφαι ξυράφια

.

ξύγαλαν γιαούρτι

.

ξυγάλτα γιαούρτια   

.

ξύδ ξύδι

.

ξυλάγκ ξύλινο δοχείο (χώριζε βούτυρο από αριάνι)

.

ξυλέα χαστούκι

.

ξυλέας χαστούκια

.

ξυμίτς γαμψομύτης

.

ξύνε χύνουν

.

ξύνω χύνω

.

ξύουμαι χύνομαι

.

ξύουνταν χύνονται

.

ξυπνητήρ ξυπνητήρι

.

ξυπνητήραι ξυπνητήρια

.

ξύσκουμαι ξύνομαι

.

ξύσκουνταν ξύνονται

.

ξυστήρ ξυστήρι

.

ξυστήραι ξυστήρια

.

οβά αυγά

.

οβάζ κάνει αυγό

.

οβόν αυγό

.

οκνέας τεμπέλης

.

οκνέσα τεμπέλα

.

οκνούν τεμπελιάζουν

.

οκνώ τεμπελιάζω

.

ολόερα ολόγυρα

.

ομάτ μάτι

.

ομάται μάτια

.

όνταν όταν

.

όντες όταν, όποτε

.

οξουκά έξω

.

οξούκα έξω

.

οξουκές εκεί έξω

.

οπέρτς πέρσι

.

οπίς πίσω

.

οπίσιμ πίσω μου

.

οπουρνά αύριο

.

οραματίουμαι ονειρεύομαι

.

ορδανίν καπνοδόχος

.

ορθό ορθώς, σωστά

.

ορμάν δάσος

.

ορμάναι δάση

.

ορμία όρμοι, ρεματιές

.

ορμίν όρμος, ρεματιά

.

όρομαν όνειρο

.

ορτάρ κάλτσα

.

ορτάραι κάλτσες

.

οσήμερον σήμερα

.

όσον όσο

.

οσπίτ σπίτι

.

οστούδ κόκαλο

.

ουδάρ ουρά

.

ουδάραι ουρές

.

ουλ όλοι

.

ούλαι όλα

.

ουλτς όλους

.

ους ως, μέχρι

.

οφέτος φέτος

.

οχλαγούν ξύλινη πιάστρα λαγάνας

.

οψάρ ψάρι

.

οψέ χθες, εψές

.

οψεκές τις προάλλες

.

οψεμπριμέραν προχθές

.

πα πια, και

.

παγόν παγόνι

.

παγούρ παγούρι

.

παζάρ παζάρι

.

παήρ γρασίδι

.

παήραι γρασίδια

.

πάθεμαν πάθημα

.

παθενήν παχνί

.

παιδόπα παιδάκια

.

παιδόπον παιδάκι

.

παινεύκουμαι παινεύομαι

.

παινεύκουνταν παινεύονται

.

παίρνε παίρνουν

.

παίρω παίρνω

.

πακάλτς μπακάλης

.

παλαλέσα τρελή, παλαβή

.

παλαλόν τρελός, παλαβός

.

παλαλούμαι τρελαίνομαι

.

παλαλούνταν τρελαίνονται

.

παλάλωμαν παλάβωμα

.

παλάτ παλάτι

.

παλάται παλάτια

.

παλικάρ παλικάρι

.

παλικάραι παλικάρια

.

παλικάρενα παλυκάρισα

.

παλικαρόπον παλικαράκι

.

παλκόν μπαλκόνι

.

παλκόναι μπαλκόνια

.

παμιτόρ ντομάτα

.

παμιτόραι ντομάτες

.

Παναήα Παναγία

.

παναήρ πανηγύρι

.

Πανάτες Παναγιώτης

.

Πανίκας Παναγιώτης

.

παντελόν παντελόνι

.

πάντρεψον παντρέψου

.

παξιμάδ παξιμάδι

.

παπαδοπαίδ παπαδοπαίδι

.

παπόρ βαπόρι

.

παπούτσ παπούτσι

.

πάππος παππούς

.

παραγάδ παραγάδι

.

παράδας χρήματα

.

παραθύρ παράθυρο

.

παρακλάδ παρακλάδι

.

παραμερίζνε αποφεύγουν

.

παραμερίζω αποφεύγω

.

παραμερίσμε με αποφεύγει

.

παράν σειρά χωραφιού

.

παράναι σειρές χωραφιού

.

παρεβγάλω ξεπροβοδίζω

.

παρεδγάλνε ξεπροβοδίζουν

.

Παρέσα Παρασκευή

.

παρλαέβνε λάμπουν

.

παρλαέβω λάμπω

.

πασ βγάζεις πέρα

.

πασκήμ μήπως

.

παστέλ παστέλι

.

παστέλαι παστέλια

.

πασύνε παχαίνουν

.

πασύνω παχαίνω

.

πατ απάν δώσε τόπο στην οργή

.

πατ και δέβα προσπέρασε

.

πατάρ πατάρι

.

πάτερα πατέρα

.

πατέραμ πατέρα μου

.

πατητήρ πατητήρι

.

πέατην πέστην

.

πέατον πέστον

.

πέατσε πες τους

.

πεγάδ πηγάδι

.

πεγάδαι πηγάδια

.

πεγαδόπον πηγαδάκι

.

πέει πες

.

πεκιάρτς ελεύθερος

.

πελ φτυάρι

.

πέλκι ίσως

.

πέμε πές μου

.

πενηντάρ πενηντάρι

.

πεντακοσάρ πεντακοσάρι

.

πεντικόν ποντικός

.

περβάζ περβάζι

.

περβόλ περιβόλι

.

περβόλαι περιβόλια

.

περδίκ περδίκι

.

περισάντς φουκαράς

.

περισάντσα φουκαριάρα

.

πέρνιξον πέρασε

.

περόν πηρούνι

.

πεσήν πάχυνση

.

πεσκίρ πετσέτα

.

πεσκίραι πετσέτες

.

πεσλεέβνε παχύνουν

.

πεσλεέβω παχύνω

.

πέτε πέστε

.

πετεινάρ κόκορας

.

πετειναρόπα πετειναράκια

.

πετεινόν κόκορας

.

πετμέζ πετιμέζι

.

πετμέζαι πετιμέζια

.

πετρασήλ πετραχήλι

.

πετρασήλαι πετραχήλια

.

πέτρινεσα πέτρινη

.

πετυχημένσα πετυχημένη

.

Πέφτ Πέμπτη

.

Πηνή Πηνελόπη

.

πιδεβέν σουρουπώνει

.

πιθάρ πιθάρι

.

πιθάραι πιθάρια

.

πιλάφ πιλάφι

.

πιλάφαι πιλάφια

.

πιλίτς πετιναράκι

.

πιλίτσαι πετειναράκια

.

πιν πίνει

.

πιπέρ πιπέρι

.

πιπέραι πιπέρια

.

πιρούν πιρούνι

.

πιρπιρίμαι γλιστρίδες

.

πισ ακαθαρσία

.

πίσας ακαθαρσίες

.

πίσενα ακάθαρτη

.

πισία πίτες

.

πίσον κάνε

.

πίσονατην κάντην

.

πίσονατον κάντον

.

πίσονμε κάνε μου

.

πιστέσα πιστή

.

πιστόλ πιστόλι

.

πιστόλαι πιστόλια

.

πλανκεκά πιο πέρα

.

πλατάν πλατάνι

.

πλατέα πλατιά

.

πλέα (Ομηρ.) περισσότερα

.

πλεθεντικός πληθυντικός

.

πλεθύνε πληθαίνουν

.

πλεθύνω πληθαίνω

.

πλερώνε πληρώνουν

.

πλερώνω πληρώνω

.

πλουγούρ πλιγούρι

.

πλουμίδ στολίδι

.

πλουμίδαι στολίδια

.

πλουμιστά χρωματιστά

.

πλουμιστέσα στολισμένη

.

πλουμιστός στολισμένος

.

πλύσκουμαι πλένομαι

.

πλύσκουνταν πλένονται

.

ποδάρ ποδάρι, πόδι

.

ποδάραι ποδάρια, πόδια

.

ποδεδίζνε παρακαλούν

.

ποδεδίζω παρακαλώ

.

ποδεδίζωσε σε παρακαλώ

.

Ποινή Δέσποινα

.

πολ πόλη

.

πολλά ζαντός θεοπάλαβος

.

πόναι πόνοι

.

πόνε κοτέτσι

.

πονηρέσα πονηρή

.

πόντιεσα πόντια

.

ποπάς παπάς, ιερέας

.

πορπατούν περπατούν

.

πορπατώ περπατώ

.

πορτοκάλ πορτοκάλι

.

ποστ δέρμα, προβιά

.

πόσται δέρματα, προβιές

.

ποστάν μποστάνι

.

πουγασάχ ζώο που σέρνει

.

πουδέν πουθενά

.

πουκάλ μπουκάλι

.

πουλία πουλιά

.

πουλούλ πουλιά

.

πουρλαέβνε πετούν

.

πουρλαέβω πετώ

.

πουρμάδας τσουρέκια

.

πουρνά αύριο

.

πουρτία υφάσματα

.

πουρτίν ύφασμα

.

πουσμανέβνε μετανοούν

.

πουσμανέβω μετανοώ

.

πρεπ πρέπει

.

πρεσίον πρήξιμο

.

πρέσκουμαι πρήζομαι

.

πρέσκουνταν πρήζονται

.

πρεσμέντσα πρησμένη

.

προκομέντσα εργατικιά

.

προτεσνά προηγούμενα

.

πυρίφτε φουρνόφτυαρο

.

πυρίφτνε φουρνίζουν

.

πυρίφτω φουρνίζω

.

ράμμαν κλωστή

.

ράμματα κλωστές

.

ράσε ράχη

.

ρασήν βουνό, όρος

.

ρασία βουνά, όρη

.

ρασόπον ραχούλα

.

ρίγαμαν κρύωμα

.

ριγούν κρυώνουν

.

ριγώ κρυώνω

.

ριγωμένος κρυωμένος

.

ριγωμέντσα κρυωμένη

.

ρινία λίμες

.

ρινίζνε λιμάρουν

.

ρινίζω λιμάρω

.

ρινίν λίμα

.

ρούζνε πέφτουν

.

ρούζω πέφτω

.

ρούξιμον πέσιμο

.

Ρωμανία Ρωμιοσύνη

.

σ’ ατέν σ’ αυτήν

.

σ’ ατινέτερα σ’ αυτούς

.

σ’ ατό σ’ αυτό

.

σ’ ατόν σ’ αυτόν

.

σ’ εμέν σε μένα

.

σ’ εσέν σ’ εσένα

.

σ’ ίναν σε κάποιον

.

σα στα, στις

.

σαγλάμψ γερός, δυνατός

.

σαέβνε υπολογίζουν

.

σαέβω υπολογίζω

.

σακάτενα σακάτισα

.

σαλαχανάς αργόσχολος

.

σαλαχανέσα αργόσχολη

.

Σαλονίκ Θεσσαλονίκη

.

σαντάλ σανδάλι

.

σαντάλαι σανδάλια

.

σαντούγ σεντούκι

.

σαπλάκαν σκαμπίλι

.

σαπλάκας σκοιμπίλια

.

σαπλακίζνε χαστουκίζουν

.

σαπλακίζω χαστουκίζω

.

σαπόν σαπούνι

.

σαπόναι σαπούνια

.

σαρέβνε γαντσώνουν

.

σαρέβω γαντσώνω

.

σασέβνε τα χάνουν

.

σασέβω τα χάνω

.

σασιρεμένσς σαστισμένος

.

σασιρεμέντσα σαστισμένη

.

σασουρέβνε τα χάνουν

.

σασουρέβω τα χάνω

.

σαφλέας σαλιάρης

.

σαφλίζνε σαλιαρίζουν

.

σαφλίζω σαλιαρίζω            

.

σαχάν πιάτο

.

σαχάναι πιάτα

.

σαχτάρ στάχτη

.

σαχτάραι στάχτες

.

Σεβάζ Σεβάστεια

.

σεβταλής αισθηματίας

.

σεβτάς αίσθημα

.

σεήρ σερνιάνι

.

σειλ χείλι

.

σείλαι χείλια

.

σειμουγκόν χειμώνας

.

σελπέτ σερμπέτι

.

σεμέρ σαμάρι

.

σεούτ ιτιά

.

σεούται ιτιές

.

σερ χέρι

.

Σέρα ποντιακός χορός

.

σέρα χήρα

.

σέραι χέρια

.

σερέβνε μαζέβουν

.

σερέβω μαζέβω

.

σέρεψον μάζεψε

.

σερί σκιά

.

σερία σκιές

.

σερομίλ μυλόπετρα

.

σερομίλαι μυλόπετρες

.

σέρος χήρος

.

σερούλ χερούλι

.

σερσέμπς σερσέμης

.

σέφτελα παντζάρια

.

σέφτελεσα κοιμισμένη

.

σέφτελον (ο) κοιμισμένος

.

σέφτελον (το) παντζάρι

.

σην στην

.

σιλ χίλιοι

.

σίλαι χίλια

.

σιλάκλερος πεντάρφανος

.

σιλέαν σκαμπίλι

.

σιλέας σκαμπίλια

.

σιλέβνε σφουγγαρίζουν

.

σιλέβω σφουγγαρίζω

.

σιλέχαρον ο καημένος

.

σίμισκα ηλιόσπορος

.

σίμισκας ηλιόσποροι

.

σινία ταψιά

.

σινίν ταψί

.

σίτε όπως, καθώς

.

σιφτέν πρώτα

.

σκαφίδ σκάφη

.

σκεντρέζνε τσιμπάνε

.

σκεντρέζω τσιμπάω

.

σκεντρίασμαν τσίμπημα

.

σκεπίδ σφήκα

.

σκηρά βαριά (ομιλία)

.

σκιρός πηχτός

.

σκοτία σκοτάδι, βράδυ

.

σκοτινέβ βραδιάζει

.

σκούμαι σηκώνομαι           

.

σκούνταν σηκώνονται

.

σκουντουλίζνε μυρίζουν

.

σκουντουλίζω μυρίζω

.

σκωλέκ σκουλήκι

.

σκωλέκαι σκουλήκια

.

σκώνε σηκώνουν

.

σκώνω σηκώνω

.

σο στο

.

σοέβνε κατακλέβουν

.

σοέβω κατακλέβω

.

σοι στους

.

σον στον

.

σον χιόνι

.

σόναι χιόνια

.

σονίζ χιονίζει

.

σορομίλαι μυλόπετρες

.

σουμά κοντά

.

σουμάδαι αρραβώνες

.

σουμάδεμαν αρραβώνας

.

σουμαδέματα αρραβωνιάσματα

.

σουμαδεμένος αρραβωνιασμένος

.

σουμαδεμέντσα αρραβωνιασμένη

.

σουμαδεύκουμαι αρραβωνιάζομαι

.

σουμαδεύκουνταν αρραβωνιάζονται

.

σουμαδεύνε αρραβωνιάζουν

.

σουμαδεύω αρραβωνιάζω

.

σουμώνε πλησιάζουν, κοντεύουν

.

σουμώνω πλησιάζω, κοντεύω

.

σουσάμ σουσάμι

.

σοχρέβνε τα θαλασσώνουν

.

σοχρέβω τα θαλασσώνω

.

σπίγγομαι σφίγγομαι

.

σπίγγουνταν σφίγγονται

.

σπίγγω σφίγγω

.

σπογγίζνε σκουπίζουν

.

σπογγίζω σκουπίζω

.

σπορίδ γραμμή σποράς

.

σπορίδαι γραμμές σποράς

.

στα σταμάτα

.

σταμάτσον σταμάτησε

.

Σταυρίτες Σεπτέμβρης

.

στέρε στερεά

.

στοιβαγμέν στοιβαγμένοι

.

στοιχαρέζνε δίνουν συγχαρητήρια

.

στοιχαρέζω δίνω συγχαρητήρια

.

στούδ κόκαλο

.

στούδαι κόκαλα

.

στύπα τουρσί

.

σύμπουρνα ανήμερα

.

συνίφσα συννυφάδα

.

συρίζνε σφυρίζουν

.

συρίζω σφυρίζω

.

σύριμαν σφύριγμα

.

συρινέφκουμαι βασανίζομαι

.

συρινέφκουνταν βασανίζονται

.

συρίχτα σφυρίχτρα

.

σύρον τράβα

.

σχωρεμένον συγχωρεμένος

.

σως σώπα

.

ταβίζνε μαλώνουν

.

ταβίζω μαλώνω

.

τάβισμαν μάλωμα

.

τάβλα σταύλος

.

ταγουτέβνε διαλύουν

.

ταγουτέβω διαλύω

.

ταγουτεφτέστε διαλυθείτε

.

τάη θείε

.

ταής θείος

.

ταμάμ ακριβώς

.

ταν αριάνι

.

ταούλ νταούλι

.

ταούλαι νταούλια

.

ταπιέτ χαρακτήρας

.

ταράγουμαι ανακατεύομαι

.

ταράγουνταν ανακατεύονται

.

ταράζ με με ανακατώνει

.

ταράζνε ανακατεύουν

.

ταράζω ανακατεύω

.

ταρέζ ντουλάπι

.

ταρέζαι ντουλάπια

.

τας ποτήρι

.

τάσαι ποτήρια

.

τατινές δικό της

.

τατινέτερον δικό τους

.

τατουνού δικό του

.

ταφήν τάφος

.

ταφία τάφοι

.

ταχτάπητια κοριοί

.

τεάμ τάχα, δήθεν

.

τεβεκενλής ανάποδος

.

τεή τάχα

.

τεκ μονό, μόνο

.

τεκεινού εκεινού

.

τελ σύρμα, τέλι

.

τελείμαι τελειώνω

.

τελείνταν τελειώνουν

.

τεμά δικά μου

.

τεμέκ δηλαδή

.

τεμέν μένα

.

τεμέτερον δικό μας

.

τεμόν δικό μου

.

τεντελίζνε τουρτουρίζουν

.

τεντελίζω τουρτουρίζω

.

τεπιάτ κανονίζω

.

τερέβνε ξεφλουδίζουν καλαμπόκι

.

τερέβω ξεφλουδίζω καλαμπόκι

.

τέρεμαν ξεφλούδισμα, κοίταγμα

.

τέρεν κοίταξε

.

τερέστε κοιτάξτε

.

τερούν κοιτάζουν

.

τερσία ρόκες

.

τερσίν ρόκα

.

τερτ βάσανο

.

τέρται βάσανα

.

τερώ κοιτάζω

.

τεσά δικά σου

.

τεσέν σένα

.

τεσέτερον δικό σας

.

τεσόν δικό σου

.

τεσσάρ τεσσάρι

.

Τετάρτ Τετάρτη

.

τεχνίτ τεχνίτες

.

τεχνίτες τεχνίτης

.

τζαντζαρέβνε σκαρφαλώνουν

.

τζαντζαρέβω σκαρφαλώνω

.

την (άτονο) την

.

τησάκ πάπλωμα

.

τησάκαι παπλώματα

.

τιδέν τίποτα

.

τιζέβνε διευθετούν

.

τιζέβω διευθετώ

.

τίμιεσα τίμια

.

τιμψά τα μισά

.

τίναν ποιόν

.

το (άτονο) το

.

τογρία ευθεία, σωστά

.

τοζ σκόνη

.

τόζαι σκόνες

.

Τόλη Ανατολή

.

τον (άτονο) τον

.

τοξάρ δοξάρι, τόξο

.

τόπαι μέρη

.

τοπλαέβνε μαζεύουν

.

τοπλαέβω μαζεύω

.

τουβάρ ντουβάρι

.

τουβάραι ντουβάρια

.

τουμπίν τούμπα

.

τουν (άτονο) τους

.

τουρπ ρεπάνι

.

τούρπαι ρεπάνια

.

τουρπάν δρεπάνι

.

τουρπάναι δρεπάνια

.

τουτ μούρο

.

τούται μούρα

.

τοχμάγχς κόπανος

.

τοχτώνε συνθλίβουν

.

τοχτώνω συνθλίβω

.

τρανά μεγάλα

.

τρανέσα μεγάλη

.

τρανίνε μεγαλώνουν

.

τρανίνω μεγαλώνω

.

τρανόν μεγάλο

.

τρανόν αγούρ γεροντοπαλίκαρο

.

τρανόν κορίτς γεροντοκόρη

.

τρανός μεγάλος

.

τρεξίον τρέξιμο

.

τρέξον τρέξε

.

τρία ημπς τρισήμισι

.

τριάρ τριάρι

.

τρίμαν ποντιακός τραχανάς

.

Τριτ Τρίτη

.

Τρυγομηνάς Οκτώβρης

.

τρυπεμένα τρυπημένα

.

τρυπήν τρύπα

.

τρυπία τρύπες

.

τς (άτονο) της, σου

.

τσαγχ τζάκι

.

τσαήζνε φωνάζουν

.

τσαήζω φωνάζω

.

τσάηξον φώναξε

.

τσαήρ βοσκή

.

τσαήραι βοσκές

.

τσαηχτά φωναχτά

.

τσακάλ τσακάλι

.

τσακέλ τσάπα

.

τσακελίζνε τσαπίζουν

.

τσακέτ ζακέτα, σακάκι

.

τσακλία παπαδάκια

.

τσακλίν παπαδάκι

.

τσακούτς σφυρί

.

τσακούτσαι σφυριά

.

τσακωμένον σπασμένο

.

τσακώνε σπάνε

.

τσακώνω σπάω

.

τσάκωσονατο σπάστο

.

τσάκωσονατον σπάστον

.

τσάλτικαν παιδικό παιχνίδι

.

τσαμούρ λάσπη

.

τσαμούραι λάσπες

.

τσαμουρωμένα λασπωμένα

.

τσαμουρωμένος λασπωμένος

.

τσαμουρωμέντσα λασπωμένη

.

τσανίζνε σκορπίζουν

.

τσανίζω σκορπίζω

.

τσαπρέσα αλλοίθωρη

.

τσαπρός αλλοίθωρος

.

τσαραφίζνε γρατζουνάνε

.

τσαραφίζω γρατζουνάω

.

τσαρούσ τσαρούχι

.

τσατήρ τσαντήρι

.

τσατήραι τσαντήρια

.

τσάτσαλεσα ολόγυμνη

.

τσατσαλίζνε ξεγυμνώνουν

.

τσατσαλίζω ξεγυμνώνω

.

τσάτσαλον ολόγυμνος

.

τσατσία κλαδάκια

.

τσατσίν κλαδάκι

.

τσαφίζνε ξύνουν

.

τσαφίζω ξύνω

.

τσαχάλ ανώρυμοι

.

τσαχάλεσα ανώριμη

.

τσαχάλτς ανώριμος

.

τσαχελίζω τσαπίζω

.

τσαχμάχ τσακμάκι

.

τσαχμάχα τσακμάκια

.

τσερίζνε ξεσχίζουν

.

τσερίζω ξεσχίζω

.

τσιλίδ αναμμένο κάρβουνο

.

τσιλίδαι αναμμένα κάρβουνα

.

τσιλτέας κατουριάρης

.

τσιλτέβνε κατουράνε

.

τσιλτέβω κατουράω

.

τσίλτεμαν κατούρημα

.

τσιμίδ μυαλό

.

τσιμίδαι μυαλά

.

τσινέας κουτσουλιές πουλιών

.

τσιπ πολύ

.

τσιπ καλά πολύ καλά

.

τσίπα αφαλός

.

τσιπλάχεσα ολόγυμνη

.

τσιπλάχς ολόγυμνος

.

τσιριχτά τηγανίτες

.

τσιτ τσεμπέρι

.

τσίται τσεμπέρια

.

τσιτσάκ λουλούδι

.

τσιτσάκαι λουλούδια

.

τσιτσία βυζιά

.

τσιτσίν βυζί

.

τσιτσίνατς βυζί της

.

τσιφλίκ τσιφλίκι

.

τσιφλίκαι τσιφλίκια

.

τσοκιέβνε καταπιέζουν 

.

τσοκιέβω καταπιέζω

.

τσορκανίγουμαι σέρνομαι

.

τσορκανίγουνταν σέρνονται

.

τσορκανίζνε σέρνουν

.

τσορκανίζω σέρνω

.

τσουμούρ ποντιακό φαγητό

.

τσούνα πόρνη

.

τσουπία βελόνες

.

τσουπίν βελόνα

.

τσουπώνε βουλώνουν

.

τσουπώνω βουλώνω

.

τσούρατο βούλωστο, σώπα

.

τσουρμούλεμαν χάιδευμα

.

τσουρμουλίζνε χαϊδεύουν

.

τσουρμουλίζω χαϊδεύω

.

τσουρούκ σάπιο

.

τσουρούκαι σάπια

.

τσουρώνε αποσιωπούν

.

τσουρώνω αποσιωπώ

.

Τσόφα Σοφία

.

τυραννίουμαι τυραννιέμαι

.

τυραννίουνταν τυραννιένται

.

τυχερέσα τυχερή

.

ύαν υγεία

.

ύας υγείες

.

υβρίζω βρίζω

.

υβρισία βρισιά

.

ύβρισμαν βρίσιμο

.

υβρίστας υβριστής

.

υβριστέας υβριστής

.

υέβνε συμφιλιώνονται

.

υέβω συμφιλιώνομαι

.

υία υγεία

.

ύλαγμαν γάβγισμα

.

υλαγμός γάβγισμα

.

ύλαζα γάβγιζα

.

υλάζνε γαυγίζουν

.

υλάζω γαυγίζω

.

ύλαξα γάβγισα

.

υλάξτε γαβγίστε

.

ύλασμαν γάβγισμα

.

υλέα ύλη

.

υλέε δάσος

.

υλιάκραι άκρες δάσους

.

ύλιζα σούρωνα, στράγγιζα

.

υλίζνε στραγγίζουν

.

υλίζω στραγγίζω

.

υλιστέρ στραγγιστήρι

.

υλιστέριν στραγγιστήρι

.

υλιστερόν στραγγιστό

.

υλιστή στραγγιστήρι

.

υλιστόν στραγγισμένο γιαούρτι

.

ύμνισμαν όρκος

.

υνάζω εγγίζω, πληγώνω

.

υναίκα γυναίκα, σύζυγος

.

υναικίζω παντρεύομαι, παντρεύω

.

υνίασμαν πλήγωμα

.

υπαντή προϋπάντηση

.

υπάντρεμαν παντρειά

.

υπαντρεύω παντρεύω

.

υπαντρία παντρειά

.

ύπαντρος παντρεμένη

.

υπερηφανεύκομαι περηφανεύομαι

.

υπερηφανεύκουμαι περηφανεύομαι

.

υπερηφανεύτα περηφανεύτηκα

.

υπερηφανία περηφάνια

.

υπερουσία εργασία, δουλειά

.

υπερυλίζω ιδρώνω πολύ

.

υπνάρης υπναράς

.

υπνάσκομαι νυστάζω, υπνοβατώ

.

υπνάσκουμαι νυστάζω, υπνοβατώ

.

υπνασμένος υπνοβάτης

.

υπνασμέντζα υπνοβάτισσα

.

υπνέας υπναράς

.

υπνού υπναρού

.

υπνωή νύστα

.

υπνώνω νυστάζω

.

ύπνωσα νύσταξα

.

υπόδ υποπόδιο

.

υπόδαι υποπόδια

.

υπόμενος υπομονητικός

.

υπόμονος ανεκτικός

.

ύποπτεσα ύποπτη

.

υποτάζω υποτάσσω

.

ύπουλεσα ύπουλη

.

υπουράναι  επουράνια

.

υπουργέσα υπουργίνα

.

υποχοντρακός νευρασθενικός

.

υποψιάσκουμαι υποψιάζομαι

.

υποψιάστα υποψιάστηκα

.

υρικλώσκομαι τριγυρίζω

.

υρίκλωσμαν τριγύρισμα

.

υροκλώθω στριφογυρίζω

.

υρόκλωσμαν στριφογύρισμα

.

ύρος γύρος

.

υστέρ κατόπιν, ύστερα

.

υστεραία ύστερα

.

υστερία ύστερα

.

υστερινός τελευταίος

.

υστερμός στέρηση

.

υστερνά στο τέλος

.

υστερναίος κατοπινός

.

υστερνοκαίριν φθινόπωρο

.

υστερνοκάρι στερνοπαίδι

.

υστερνοπαίδ στερνοπαίδι

.

υστερνοπούλλ στερνοπαίδι

.

υστερνός τελευταίος

.

υφάδ υφάδι

.

υφαίνσιμον ύφανση

.

υφαίστρα υφάντρα

.

ύφαση ύφανση

.

υφάστικά υφαντικά

.

ύφοσατ ύφος του

.

ύφοσιμ ύφος μου

.

ύφοσις ύφος σου

.

ύψηλος ύψος

.

ύψωμαν αντίδωρο

.

φα φάε

.

φάζνε ταήζουν

.

φάζω ταήζω

.

φαήα φαγητά

.

φαήν φαγητό

.

φανατικέσα φανατική

.

φανερέσα φανερή

.

φανταχτερέσα φανταχτερή

.

φαρδέα φαρδιά

.

φαρμάκαι φαρμάκια

.

φαρμάκι φαρμάκι

.

φεγγ φέγγει

.

φέγγον φεγγάρι

.

φελία καρβέλια, κομμάτια

.

φελίν καρβέλι, κομμάτι

.

φεύνε φεύγουν

.

φεύω φεύγω

.

φίλεμαν φίλημα

.

φοβερέσα φοβερή

.

φοβετσέας φοβητσιάρης

.

φογούμαι φοβάμαι

.

φογούνταν φοβούνται

.

φορ φόρεσε

.

φορκάλ σκούπα

.

φορκάλαι σκούπες

.

φορφάκα βάτραχος

.

φορφάκας βατράχια

.

φοσίγουμαι παραχώνομαι

.

φοσίγουνταν παραχώνονται

.

φοσίζνε παραχώνουν

.

φοσίζω παραχώνω

.

φουρκίζνε πνίγουν

.

φουρκίζω πνίγω

.

φουρνία φούρνοι

.

φουρνίν φούρνος

.

φουσίν γυναικείο όργανο (αιδοίο)

.

φούστωρον αυγά τηγανιτά

.

φουτέας κλανιάρης

.

φουτίζνε κλάνουν

.

φουτίζω κλάνω

.

φουχνέας μουχλιασμένος

.

φρόνιμεσα φρόνιμη

.

φτείρα ψείρα

.

φτείρας ψείρες

.

φτειρέας ψειριάρης

.

φτείρκουμαι φταρνίζομαι

.

φτείρκουνταν φταρνίζονται

.

φτερόπα φτερά

.

φτερωτέσα φτερωτή

.

φτηνέσα φτηνή

.

φτουλακίζνε σπαρταρούν

.

φτουλακίζω σπαρταρώ

.

φτουλάκισμαν σπαρτάρισμα

.

φυματικιέσα φυματική

.

φωλόπον φωλίτσα

.

Φωτείκα Φωτεινή

.

χα χάσου

.

χαζ χάζι

.

χαηβάν ζώο

.

χαηβάναι ζώα

.

χαθ χάσου

.

χαλαήν κόλληση

.

χάμαι χάνομαι

.

χαμάλτς χαμάλης

.

χαμελά χαμηλά

.

χαμελέσα χαμηλή, κοντή

.

χαμελέτε μύλος

.

Χάμπον Χαράλαμπος

.

χαν χάνει

.

χαντάκ χαντάκι

.

χάνταν χάνονται

.

χαντζέβνε καψαλίζουν

.

χαντζέβω καψαλίζω

.

χαντιλέγουμαι γαργαλιέμαι

.

χαντιλέζνε γαργαλούν

.

χαντιλέζω γαργαλάω

.

χαντιλέζωσε σε γαργαλάω

.

χαντιλέουνταν γαργαλιούνται

.

χαντς χάνεις

.

χαπ χάπι

.

χαπάγα καπάκια

.

χάπαι χάπια

.

χαπάρ είδηση, χαμπάρι

.

χαπάραι ειδήσεις, χαμπάρια

.

χαπάχ καπάκι

.

χαρ δώρισμα

.

χαράζ χαράζει

.

χαράν γάμος

.

χαραντερίζω δίνω είδηση χαράς

.

χαρέμ χαρέμι

.

χαρέμαι χαρέμια

.

χάρεται χαίρεται

.

χάρον χάρος

.

χάρουμαι χαίρομαι

.

χάρουνταν χαίρονται

.

χαρπούζ καρπούζι

.

χαρπούζαι καρπούζια

.

χαρτζιλίκ χαρτζιλίκι

.

χαρτία χαρτιά

.

χαρτίν χαρτί

.

χασέβνε ζεματίζουν

.

χασέβω ζεματίζω

.

χάσιμον τη μωρή έκτρωση

.

χάσονα παράτα το

.

χάταλα μικρά παιδιά

.

χάταλον μικρό παιδί

.

χατέβνε διώχνουν

.

χατέβω διώχνω

.

χατήρ χατήρι

.

χατήραι χατήρια

.

χαψία ψαράκια

.

χειρότερεσα χειρότερη

.

χελιδόν χελιδόνι

.

χελιδόναι χελιδόνια

.

χλωμέσα χλωμή

.

χνουδ χνούδι

.

χνούδαι χνούδια

.

χολέσκουμαι θυμώνω

.

χολέσκουνταν θυμώνουν

.

χολεσμένος θυμωμένος

.

χολεσμένσα θυμωμένη

.

χόρα ξένος, ξένοι

.

χοροσάλφα σαύρα

.

χορτάρ χορτάρι

.

χορτάραι χόρτα

.

Χορτοθέρτς Ιούλης

.

χοσ αφού

.

χοσάφ κομπόστα

.

χοτλάγχς δράκος

.

χουζούρ χουζούρι

.

χούλεμαν ζέσταμα

.

χουλέν ζεστό

.

χουλένε ζεσταίνουν

.

χουλένω ζεσταίνω

.

χουλέρ κουτάλι

.

χουλέραι κουτάλια

.

χουλίουμαι ζεσταίνομαι

.

χουλίουνταν ζεσταίνονται

.

χουτία κουτιά

.

χουτίν κουτί

.

χρα χρώμα προσώπου

.

χρέα χρέη

.

Χριστανάρτς Δεκέμβρης

.

Χριστέμ Χριστέ μου

.

χριστιανέσα χριστιανή

.

χρόναι χρόνια 

.

χρονία χρονιά

.

χρυσέσα χρυσή

.

χτενίουμαι χτενίζομαι

.

χτενίουνταν χτενίζονται

.

χτήναι αγελάδες

.

χτήνον αγελάδα

.

χωρ κρόκος αυγού

.

χωρέτες χωριάτης

.

χωρέτεσα χωριάτισσα

.

χωρικέσα χωρική

.

χώρτσον χώρισε

.

ψαθόπον ψαθάκι

.

ψαθύρ ψάθα

.

ψαθυρεύω τρίβω, παρασκευάζω

.

ψαλάφεμαν πρόταση γάμου, ζητιάνεμα

.

ψαλαφίον αίτηση

.

ψαλαφούν ζητάνε

.

ψαλαφώ ζητάω

.

ψαλίδ ψαλίδι

.

ψαλιδάζω ψαλιδίζω

.

ψαλιδέα ψαλιδιά

.

ψαλιδίασμαν ψαλίδισμα

.

ψαλιδίτζα έντομο

.

ψαλλέτσω ψέλνω

.

ψάλλω ψέλνω

.

ψάλον ψάλε

.

ψάλτες ψάλτης

.

ψαλτήρ ψαλτήρι

.

ψαρίτζα ψαράκι

.

ψαρλάδ ψαρόλαδο

.

ψαρολίμ ψαρολίμνη

.

ψαχνάδι ψαχνό

.

ψεζνόν χτεσινό

.

ψεζνός χθεσινός

.

ψειρίτζα κόνιδα

.

ψελ ρητίνη πεύκου

.

ψελαίνω ψηλαίνω

.

ψελάρκον ρητινοφόρο

.

ψελένω μικραίνω

.

ψελός ψηλός, λεπτός, μικρός

.

ψεματικά ψεύτικα

.

ψεματικός ψεύτικος

.

ψεμένος ψημένος

.

ψεμέντζα ψημένη

.

ψεμμένον κηφάλ πολύπειρος

.

ψεμόπον ψεματάκι

.

ψένω ψήνω

.

ψέουμαι ψήνομαι

.

ψεσ’ ψήση

.

ψέσιμον ψήσιμο

.

ψέσκομαι ψήνομαι

.

ψέσον ψήσε

.

ψεύκομαι απατώμαι

.

ψεύκουμαι διαψεύδομαι

.

ψευτ ψεύτες

.

ψεύτας ψεύτης

.

ψεύτες ψεύτης

.

ψευτία ψευτιά

.

ψεύτικεσα ψεύτικη

.

ψευτοδέσκαλος ψευτοδάσκαλος

.

ψευτράλης ψεύτης

.

ψεύτυμαν διάψευση

.

ψευτύνω διαψεύδω

.

ψεχτά ξεραμένα

.

ψη ψυχή

.

ψήα ψυχές

.

ψηλαίνω ψηλώνω

.

ψηλασέα ορεινά

.

ψηλασία ορεινά

.

ψηλάφες ζήτηση

.

ψηλαφώ ζητάω

.

ψηλέσσα ψηλή

.

ψηλολεγνέσσα ψηλόλιγνη

.

ψηλόλεγνος ψηλόλιγνος

.

ψηλόν ψηλός

.

ψηλορραχέα ψηλή οροσειρά

.

ψηλόρραχον ψηλό βουνό

.

ψήλος ύψος

.

ψηλωτός λίγο ψηλός

.

ψημέντζα ψημένη

.

ψητέσα ψητή

.

ψία ψυχές

.

ψίκι πάρσιμο νύφης

.

ψιλάρι χτένι αργαλειού

.

ψιλένω μικραίνω

.

ψιλέσα ψιλή

.

ψίλιγμαν καθάρισμα

.

ψιλίζω καθορίζω

.

ψιλικαλατζεύω σιγομιλώ

.

ψιλικόσκινον πυκνό κόσκινο

.

ψιλικόφτω ψιλικόβω

.

ψιλιμυία μικρόμυγα

.

ψιλίτζικον μικρούλης

.

ψιλοβολέα μικροκαμωμένη

.

ψιλοβολέα ψιλικό, μικροπράγματα

.

ψιλοβολέας μικροκαμωμένος

.

ψιλοβρέχ ψιχαλίζει

.

ψιλοζύγιανος ζώδιο ζυγού

.

ψιλοκοπώ ψιλοκόβω

.

ψιλομμάταινα μικρομάτα

.

ψιλομμάτς μικρομάτης

.

ψιλόν ψηλός

.

ψιλοπούλλ πουλάκι

.

ψιλορέα ψιλικά σπιτιού

.

ψιλορία ψιλικά σπιτιού

.

ψιλοτραγωδώ ψιλοτραγουδώ

.

ψιλουρία σκεύη σπιτιού

.

ψιλοφτείχ μικρή ψείρα

.

ψιλοχόρταρον μικρόχορτο

.

ψιλύνω μικραίνω

.

ψιλωμένος ελαφρός

.

ψιλωτός λίγο λεπτός

.

ψίνα ψώνια

.

ψινίζω ψωνίζω

.

ψίνισμα ψώνισμα

.

ψιχίδι ψίχουλο

.

ψιχούδιν ψίχουλο

.

ψίψη γάτα

.

ψιψυρίζω ψιθυρίζω

.

ψιψύρισμαν ψιθύρισμα

.

ψόπον ψυχούλα

.

ψουμουδία ψώνιο

.

ψουνίζω ψωνίζω

.

ψουψουρίζω ψιθυρίζω

.

ψοφάρης δειλός

.

ψόφεμαν ψοφίμι

.

ψοφεμάτ ψοφίμι

.

ψοφεμένος πεινασμένος, ψόφιος

.

ψοφεμένος τσιγκούνης

.

ψοφεμέντζα τσιγκούνα

.

ψοφένω ψοφώ

.

ψοφίζω ψοφάω

.

ψοφισμός ψόφος

.

ψοφωμός θάνατος

.

ψυ ψυχή

.

ψύγα ψύχτηκα

.

ψυλλάζω ψυλλιάζω

.

ψυλλέας ψυλλιάρης

.

ψυλλίζω ξεψειριάζω

.

ψυλλίουμαι ξεψειριάζομαι

.

ψυλλού ψυλλιάρα

.

ψυμ ψυχή μου

.

ψυχοκόκκ σιτάρι για κόλυβα

.

ψυχοκόκκιν σιτάρι για κόλυβα

.

ψυχοκόριτζον ψυχοκόρη

.

ψύχομαι παγώνω

.

ψυχομάχεμαν ψυχομάχημα

.

ψύχον ελονοσία

.

ψυχοπαίδ ψυχοπαίδι

.

ψυχόπον ψυχούλα

.

ψύχος ελώδης πυρετός

.

ψυχοτόπ ελώδης τόπος

.

ψυχοτόπιν ελώδης τόπος

.

ψυχού ψυχοσάββατο

.

ψυχούμαι παθαίνω ελονοσία

.

ψύχω στεγνώνω

.

ψύχωμαν ψύχωση

.

ψυχωμένος άρρωστος από ελονοσία

.

ψωλή πέος

.

ψωμάβα γυναίκα φούρναρη

.

ψωμάς φούρναρης

.

ψωματαρείος ράφι ψωμιών

.

ψωμία ψωμιά

.

ψωμίν ψωμί

.

ψωμίτζα φέτα ψωμιού

.

ψωμοθρύμμ θρύμμα

.

ψωμοξύστρα σπάτουλα

.

ψωμόπον ψωμάκι

.

ψωμοσάνιδον ράφι ψωμιών

.

ψωμοτάρεζον ράφι ψωμιών

.

ψωμοφάγας ψωμοφάγος

.

ψωμοφούρνιν φούρνος για ψωμιά

.

ψώνον ψώνιο

.

ψώντζον ψώνισε

.

ψώντσον ψώνισε

.

ωβά αυγά

.

ωβάζνε γεννούν αυγά

.

ωβάζω γεννώ αυγά

.

ώβασμαν ωοτοκία

.

ωβαστάριν κοτέτσι

.

ωβατσής αβγουλάς

.

ωβόν αυγό

.

ωβόπον αβγουλάκι

.

ωβότζεπλον κέλυφος αβγού

.

ωδίνα συμφορά

.

ώι ωχ

.

ώκνεινα τεμπέλιαζα

.

ώκνησα τεμπέλιασα

.

ωκνώ τεμπελιάζω

.

ωλένα αγκαλιά

.

ωμέσα ωμή

.

ωμία ώμοι

.

ωμίν ώμος

.

ωμίτζ ώμος

.

ωμίτζαι ώμοι

.

ωμοπλάτ ράχη

.

ωμοπλατίτζ ωμοπλάτη

.

ωμόυπνος αγουροξυπνημένος

.

ωμόφορον ωμοφόριο

.

ωμόχλον χλιαρό

.

ωξίαζα άξιζα

.

ωράγα φυλάχτηκα

.

ωράγουμαι φυλάγομαι

.

ωράγουμνε φυλαγόμουν

.

ωράζω φυλάγω

.

ωράουμαι φυλάγομαι

.

ωράουμνε φυλαγόμουν

.

ώρας ώρες

.

ώρασμαν φύλαγμα

.

ώρασον φύλαξε, πρόσεχε

.

ωραστά με προσοχή

.

ωρία φύλαξε, πρόσεχε

.

ωρίαγμαν φροντίδα, επιτήρηση

.

ωρίαζα επιτηρούσα, φύλαγα

.

ωριάζω επιτηρώ, φυλάγω

.

ωριαστά με προσοχή

.

ωρωματέστα ονειρεύτηκα

.

ωρωτέθα ρωτήθηκα

.

ως να ώσπου να

.

ώσαμε μέχρι, ως

.

ωσάν όταν

.

ωσπουτά εφόσον, ενόσω

.

ώστα μέχρις ότου

.

ωτία αυτιά

.

ωτίν αυτί

.

ωτόπον αυτάκι

.

ωτόπονος πόνος αυτιού

.

ωφέλανα ωφελούσα

.

ωφέλεσα ωφέλησα

.

ωφλάεμαν στέναγμα

.

ωφλαεύω  στενάζω

.

ωφλαύω στενάζω

.

ώχλεψα μετακίνησα

.

ωχράζω κιτρινίζω